Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Τα ζώα διαισθάνονται την αγάπη του ανθρώπου


-Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ λέει: «Καρδία ελεήμων είναι καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως ...». 

-Ναι, έτσι είναι «καύσις καρδίας» και υπέρ των ζώων, αλλά και υπέρ των δαιμόνων ακόμη. Ο πνευματικός άνθρωπος δίνει την αγάπη του πρώτα στον Θεό, έπειτα στους ανθρώπους, και την υπερχείλιση της αγάπης του την δίνει στα ζώα και σε όλη την κτίση.

Αυτή η θεϊκή αγάπη πληροφορεί και τα ζώα, τα οποία καταλαβαίνουν τον άνθρωπο που τα αγαπάει και τα πονάει και τον πλησιάζουν, χωρίς να φοβούνται. Ακόμη και τα άγρια ζώα μπορούν να διακρίνουν έναν άνθρωπο που τα αγαπάει από έναν κυνηγό που θέλει να τα σκοτώση.

Τον κυνηγό τον αποφεύγουν, τον άνθρωπο που τα αγαπάει τον πλησιάζουν. Νόμιζα ότι δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα φίδια, γιατί το φίδι είναι το μόνο ζώο που δεν αγαπιέται από τους ανθρώπους.

Διαπίστωσα όμως αργότερα ότι και τα φίδια διαισθάνονται την αγάπη του ανθρώπου και πιάνουν φιλία μαζί του. Αν ο άνθρωπος έρθη στην θέση του φιδιού και το πονέση, το φίδι αμέσως το καταλαβαίνει και τον πλησιάζει σαν φίλος. Είναι σαν να λέη: «Δόξα σοι ο Θεός, βρήκα κι εγώ επιτέλους έναν φίλο!». 

-Είναι, Γέροντα, το ένστικτο που έχουν; 

-Ο Θεός, για να εξυπηρετούνται, έχει δώσει και σ' αυτά ό,τι χρειάζονται, τους έδωσε την διαίσθηση. Μετά την πτώση ο άνθρωπος στερήθηκε το υπερφυσικό, αλλά του έμεινε ο νους, η λογική. 

Π.χ. οι άνθρωποι βλέπουν κάπου πλατάνια και καταλαβαίνουν ότι εκεί υπάρχει και νερό ψάχνουν και το βρίσκουν. Ενώ τα ζώα το πληροφορούνται σαν να έχουν ραντάρ. Η καμήλα, όταν είναι στην έρημο και διψάη, τρέχει μόνη της προς το μέρος που υπάρχει νερό και ο καμιλιέρης την ακολουθεί.

Είναι σαν να παίρνη τηλεγράφημα.

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ 
ΛΟΓΟΙ Ε΄ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
http://inpantanassis.blogspot.gr/

Νὰ μὴν ἀπελπίζεται κανένας, οὑδἑποτε, γιὰ ὁτιδἡποτε


Νὰ μὴν ἀπελπίζεται κανένας, οὑδἑποτε, γιὰ ὁτιδἡποτε.

Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις μέρους τοῦ περὶ Μετανοίας Λόγου,
ἐκ τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν Ἅγιον Ἀμφιλὁχιον, Ἐπίσκοπον Ἰκονίου.

«Δεῦτε πρός με πᾶντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι,
κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11, 28).

Ἀντὶ προλόγου

Ὁ θεοχειροτόνητος ἐπίσκοπος Ἰκονίου Ἅγιος Ἀμφιλόχιος, ἐξάδελφος Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μαθητής καὶ φίλος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, εἰς τὸν «Περὶ μετανοίας» ἐπιγραφόμενον εἰς αὐτὸν Λόγον του, μεταξὺ ἄλλων περὶ μετανοίας φιλανθρώπων διηγήσεων, ἀναφέρει καὶ τὸ ἀκόλουθον παράδοξον περιστατικόν.

«Βούλομαι δὲ καὶ ἑτέραν ἀφήγησιν, ὦ φίλοι, ὠφέλιμον οὖσαν ὑμῖν διηγήσασθαι, δεικνύουσαν καθαρῶς Θεὸν μηδένα ἀποστρέφεσθαι τῶν προσπελαζόντων αὐτῷ. Καὶ τοῦτο... ἀπὸ τῆς βίβλου τῶν Πατέρων πειράσομαι διηγήσασθαι».

-Θέλω, ὦ φίλοι, λέγει, νὰ σᾶς διηγηθῶ καὶ μίαν ἄλλην ὠφέλιμον διήγησιν ἡ ὁποία φανερώνει πολὺ καθαρὰ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀποστρἑφεται κανένα ἀπὸ ὅσους θέλουν διὰ μετανοίας νὰ τὸν πλησιἀσουν, μὲ σκοπὸν νὰ σωθοῦν. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ ἀνασὐρω ἀπὸ τὴν βίβλο τῶν πατερικῶν διηγήσεων.

Διηγεῖται λοιπὸν ὁ Ἅγιος καὶ τὸ ἀπροσδόκητον αὐτὸ γεγονός, ὡς ἔνδειγμα τῆς ἄκρας τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἁμαρτἀνοντας, ὥστε νὰ μὴ διστάζουν ὡς πρὸς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐὰν θελήσουν ἀληθινὰ νὰ μετανοήσουν.

Ἀπὸ τὴν διήγησιν αὐτὴν πληροφορούμεθα ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ ἀφἡνῃ ποτὲ τὸν ἑαυτὸν του εἰς λογισμοὑς ἀπελπισίας καὶ ἀπογνώσεως ὡς πρός τὴν σωτηρίαν του, ἀκόμη καὶ ἐὰν καθ' ὑπόθεσιν ἦτο τόσον ἀμαρτωλός, ὡς νἀ ἧτο δαίμων, καὶ ἤθελε εἰλικρινῶς νὰ μετανοήσῃ.

«Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναβάλλουμε, οὔτε νὰ βραδύνουμε δι' ἐκεῖνον ποὺ πρόκειται νὰ καταπονισθῆ. Διότι ἄν θελήσεις δι' ὁλίγον χρόνον νὰ ἀναβἀλῃς τὴν σωτηρία του, θὰ τὸν ἐγκαταλείψῃς στὴν ἀγριότητα τῆς τρικυμίας. Δι' αὐτὸ σὲ τέτοιες συμφορές χρειάζεται ταχύτης, ταχύτης καὶ προσπάθεια ἐντατικἡ... Ἄς γινὡμεθα, λοιπόν, προνοητικοὶ διὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας».
(Ἅγ. Ἰωάν. Χρυσόστομος)

http://inpantanassis.blogspot.gr/

ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΕ ΨΑΧΝΕΙ


Ο σύγχρονος άνθρωπος λόγω των ανέσεων και της καλοπέρασης έγινε αφόρητα εγωκεντρικός;
• Πιστεύει ότι ο εαυτός του είναι το κέντρο του κόσμου• το κέντρο της παρέας• το κέντρο της οικογένειας• το κέντρο του χώρου οπού δουλεύει•
• δεν δέχεται υποδείξεις και συμβουλές, έστω κι αν μερικές φορές παριστάνει ότι τις ζητάει•
• θέλει όλοι οι άλλοι να ασχολούνται με αυτόν να τον επαινούν και να τον υπηρετούν θέλει όλοι να τον αγαπούν να ενδιαφέρονται γι' αυτόν
• πονάει και πληγώνεται όταν αισθάνεται ότι οι άλλοι τον αγνοούν τον αφήνουν στο "περιθώριο".
Όλες οι παραπάνω νοσηρές εκδηλώσεις εγωισμού γίνονται πολύ πιο έντονες, όσο ο άνθρωπος βγάζει τον Θεό από την ζωή του• όσο πιο πολύ θεοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό.
Και τότε γίνεται ένα εγωκεντρικό τερατάκι.

Ο γνωστός άγγλος συγγραφέας και γιατρός Α.Ι.Κρόνιν, στο άρθρο του "Γιατί πιστεύω στον Θεό" γράφει:
"Όταν ακόμη εξασκούσα το επάγγελμα του γιατρού, είχα έναν άρρωστο, ο όποιος σε όλη του την ζωή καμάρωνε για την αθεΐα του. Είχε μαλώσει με την μοναδική θυγατέρα του και την είχε αποκληρώσει, επειδή παντρεύτηκε ένα δάσκαλο - βαθύτατα ευσεβή. Όταν όμως στο τέλος της ζωής του προσεβλήθη από ανίατη αρρώστια, κάποια περίεργη μεταβολή παρατηρήθηκε στο γέρο σκεπτικιστή. Τώρα, τον έπιανε συχνά η επιθυμία να δικαιολογηθεί, ιδιαίτερα μπροστά στα μάτια του γαμπρού του. Πήγαινε συχνά στο σπίτι της κόρης του για να κουβεντιάσει με τον ευσεβή νέο. Κι όμως ο αθεράπευτος εγωισμός του δεν τον άφηνε να παραδεχθεί την σωτήρια "ήττα" του: "Μην απατάσθε", τους έλεγε. "Δεν μετάνιωσα. Δεν πιστεύω ακόμα στον Θεό"!
Όποτε, μια μέρα, η κόρη του ξέσπασε: "Μα καλά, πατέρα. Ακόμα δεν κατάλαβες ότι, ενώ εσύ δεν Τον πιστεύεις, Εκείνος όμως δεν έπαψε ποτέ να σε εμπιστεύεται και να σε αναζητάει;"
Η σοφή αυτή παρατήρηση νίκησε και την τελευταία αντίσταση του γέροντα. Ξέσπασε σε λυγμούς και ρώτησε: "Αλήθεια, ακόμα με
ψάχνει;"

Στο 15ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου αναφέρεται ότι το πιο συνηθισμένο ακροατήριο του Χριστού ήταν τελώνες και αμαρτωλοί. Και αυτό "σκανδάλιζε" τους γραμματείς και τους φαρισαίους• και τους εξόργιζε. Έχοντας την αρρώστια του εγωισμού στο έπακρον, δεν άντεχαν να ασχολείται ο Χριστός με τα αποβράσματα της κοινωνίας και να "αγνοεί" αυτούς και την δήθεν "ευσέβειά" τους!
Τότε ο Χριστός τους απάντησε με τρεις παραβολές:
• την παραβολή του χαμένου προβάτου-
• την παραβολή της χαμένης δραχμής• και
• την παραβολή του χαμένου (ασώτου) υιού.
Έστω κι αν νομίζουμε ότι ξέρουμε "απ’ έξω" και τις τρεις παραβολές, ας κάνουμε τον κόπο να τις ξαναδιαβάσουμε "από μέσα". Αργά και προσεκτικά.
Έτσι θα θυμηθούμε, ότι ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για τους "χαμένους"• για τους "απολωλότες"• και όχι γι' αυτούς, πού νομίζουν ότι "την έχουν βρή"• όχι για τους βολεμένους• όχι για τους κατά φαντασίαν "υγιείς".
Και όσο αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας
ανάμεσα σ' αυτούς τους "απολωλότες" και ασθενείς, τους "κοπιώντες και πεφορτισμένους", τόσο πιο πολύ θα αισθανόμαστε ότι Κάποιος μας ψάχνει• Κάποιος ενδιαφέρθηκε για μας. Κάποιος ήλθε, όχι για να Τον υπηρετήσουμε, αλλά για να μας υπηρετήσει• Κάποιος μας αγάπησε τόσο, πού έχασε και την ζωή Του, για να βρούμε εμείς την Αληθινή Ζωή!

http://agiameteora.net/

Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ


Νικολάου Βελιμήροβιτς

Στην καρδιά είναι η θέληση, στην καρδιά είναι η αγάπη, στην καρδιά είναι η κατανόηση, στην καρδιά είναι, το πρόσωπο της Παναγίας και Θείας Τριάδος. ΓΗ καρδιά είναι ο οίκος του Πατρός, ιό ιερό του Υιού και το εργαστήριο του Αγίου Πνεύματος. Ό Θεός θέλει την καρδιά: «Υιέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» (Παρ. κγ' 26). Ας αναποδογυρίσουν τα βουνά, ας στεγνώσουν οι θάλασσες, ας σε εγκαταλείψουν οι φίλοι σου, ας χαθεί ο πλούτος σου, ας φαγωθεί το σώμα σου από σκουλήκια, ας σε περιλούσει ο κόσμος με όλες τις κοροϊδίες πού έχει, μη φοβάσαι, μόνον φύλαξε την καρδιά σου, φύλαξε και ένωσε την με τον Κύριο και δώσε την στον Κύριο. Από την καρδιά προέρχεται η ζωή΄ από που η ζωή στην καρδιά θα προέλθει, αν η πνοή του Κυρίου και η πηγή της ζωής, ο Θεός, δεν κατοικεί σε αυτήν; 
«Ό αγαθός άνθρωπος εκ τον αγαθού θησαυρού εκβάλλει αγαθά, και ο πονηρός άνθρωπος εκ ιού πονηρού θησαυρού εκβάλλει πονηρά» (Ματθ. ιβ' 35). Αυτοί είναι οι λόγοι του Κυρίου, ο όποιος γεμίζει τον θησαυρό της καρδιάς σου με τα πλούτη του. Τι είναι αυτός «ο αγαθός άνθρωπος»; Είναι ο αγαθός θησαυρός της καρδιάς. Και τι είναι «ο πονηρός άνθρωπος»; Είναι ο πονηρός θησαυρός της καρδιάς. «Εκ γαρ της καρδίας [του πονηρού ανθρώπου] εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε' 19)' και από την αγαθή καρδιά εκπορεύονται «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλάτ. ε' 22-23). Βλέπεις τι μεγάλος αποθηκευτικός χώρος είναι η καρδιά του ανθρώπου; Βλέπεις πόσα μπορούν να προσαρμοσθούν στην καρδιά του ανθρώ¬που;...
Ώ αδελφέ, ο Θεός, το Άγιον Πνεύμα το ίδιο, όταν το παρακαλείς, μπορεί να χωρέσει στην καρδιά του ανθρώπου. Όχι μόνο μπορεί, αλλά και θέλει. Περιμένει μόνο εσένα να προετοιμάσεις την καρδιά σου γι' Αυτό. Να την μετατρέψεις σε ναό, διότι ο Θεός, το Άγιο Πνεύμα μόνο σε ναό κατοικεί!...
Όπως ο όφις προστατεύει την κεφαλή του, έτσι και συ επίσης, υιέ, φύλαξε την καρδιά σου. Πάνω άπ' όλα πού φυλάσσονται, υιέ, φύλαξε την καρδιά σου! Διότι στην καρδιά εισέρχεται ζωή και από αυτήν εξέρχεται ζωή, ζωή πού προέρχεται από τον Ζώντα Θεό.
Ώ Ζωοδότα Κύριε, βοήθησε μας να φυλάξουμε τις καρδιές μας για Σένα, για Σένα τον Κύριο! Σοί πρέπει δόξα και ευχαριστία εις τους αιώνας. Αμήν!

http://agiameteora.net/

ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ


Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς.διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας.διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του. 
Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας. 
Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία. 
Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένος.διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καί αἰώνιος. Εἰς αὐτό δέ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καί τό κράτος καί ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Καί διά τοῦτο ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερον θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καί ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίς καί ἡ προσευχή καί ἡ θεοσέβεια. Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακράν ἀπό τόν Ἰησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρός Αὐτόν ὅταν ἀνέστη. Καί ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ὅταν εἶδε τόν Χριστόν νά ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου, τόν ὡμολόγησεν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί ὅλοι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν Χριστιανοί, διότι ἀνέστη ὁ Χριστός, διότι ἐνίκησε τόν θάνατον. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει.αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον κατά τρόπον μοναδικόν καί ἀναμφισβήτητον δεικνύει καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί Κύριος εἰς ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους κόσμους. 
Χάρις εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τήν νίκην ἐπί τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄλλο τι παρά ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, τό ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τάς καρδίας τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπό ἔτους εἰς ἔτος, ἀπό αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας. 
Ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τόν φέρῃ εἰς τόν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾽ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τό παιδί της πρός θάνατον, διά τόν τάφον. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων. Διά τῆς πίστεως εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διά τήν αἰωνιότητα. 
- Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον! Παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής. Καί ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. 9, 23). Καί ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ ὅλην τήν καρδίαν, μέ ὅλην τήν ψυχήν, μέ ὅλον τό εἶναι του ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ. 
Ἡ πίστις μας εἶναι ἡ νίκη διά τῆς ὁποίας νικῶμεν τόν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδή εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;» «Τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α’ Κορ. 15, 55-56). Διά τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τό κέντρον». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δέ ἁμαρτία εἶναι τό κεντρί του. Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τό δηλητήριον εἰς τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερα εἶναι τά κέντρα διά τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τό δηλητήριόν του εἰς αὐτόν. 
Ὅταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τόν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά νά ἐκβάλῃ τό κεντρί ἀπό τό σῶμα του. Ὅταν δέ τόν κεντρίσῃ ἡ ἀμαρτία – τό κέντρον αὐτό τοῦ θανάτου – τί πρέπει νά κάμῃ; - Πρέπει μέ τήν πίστιν καί προσευχήν νά ἐπικαλεσθῇ τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διά νά ἐκβάλῃ Αὐτός τό κεντρί τοῦ θανάτου ἀπό τήν ψυχήν του. Καί Αὐτός ὡς πολυεύσπλαγχνος θά τό κάμῃ, διότι εἶναι Θεός τοῦ Ἐλέους καί τῆς Ἀγάπης. Ὅταν πολλαί σφῆκαι πέσουν ἐπί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί τόν τραυματίσουν πολύ μέ τά κέντρα τους, τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καί ἀποθνήσκει. Τό αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τήν τραυματίσουν τά πολλά κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν. Ἀποθνήσκει οὗτος θάνατον πού δέν ἔχει ἀνάστασιν. 
Νικῶν διά τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τόν θάνατον. Ἐάν περάσῃ μία ἡμέρα καί σύ δέν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου, γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός. Ἐάν ὅμως νικήσῃς μίαν ἤ δύο ἤ τρεῖς ἁμαρτίας σου, ἔγινες πιό νέος μέ τήν νεότητα ἡ ὁποία δέν γηράσκει, τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν! Ἄς μή τό λησμονῶμεν ποτέ: τό νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου. 
Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον τό ἀποδεικνύει μέ τό νά ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.καί ἐάν μέν ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν ὅμως δέν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του! Διότι, ἐάν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀγών διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐάν μέ τήν εἰς Χριστόν πίστιν δέν φθάνῃ κανείς εἰς τήν ἀθανασίαν καί τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρός τί ἡ πίστις ἡμῶν; Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος δέν ἔχουν νικηθῆ. Ἐάν δέ δέν ἔχουν αὐτά τά δύο νικηθῆ, τότε διά τί νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Χριστόν; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτός ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τήν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη, ὄντως ἤμβλυνε τό κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τόν θάνατον εἰς ὅλα τά μέτωπα μάχης. 
Ἡ ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου, τήν πλησιάζει πρός τόν θάνατον, τήν μεταβάλλει ἀπό ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπό ἀφθάρτου καί ἀπεράντου εἰς φθαρτήν καί εἰς πεπερασμένην. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καί ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερόν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τάς ἁμαρτίας, εἰς σκέψεις μυωπικάς, εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία κλῆσις εἰς τόν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγώνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδή τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾽ αὐτοῦ. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν. 
Δέν πρέπει νά διερωτᾶται κανείς διατί καί οἱ Χριστιανοί ἀποθνήσκουν τόν σωματικόν θάνατον. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 42 ἑξ.), καί βλαστάνει, αὐξάνει καί γίνεται ἀθάνατον. Ὅπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καί τό σῶμα διαλύεται, διά νά τό ζωοποιήσῃ καί τελειοποιήσῃ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐάν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν εἶχεν ἀναστήσει τό σῶμα, τί ὄφελος θά εἶχε τοῦτο ἀπό Αὐτόν; Οὗτος δέν θά εἶχε σώσει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον. Ἐάν δέν ἀνέστησε τό σῶμα, τότε διά τί ἐσαρκώθη, διά τί ἀνέλαβε τό σῶμα, ἀφοῦ δέν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπό τήν Θεότητά Του;1 
Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, διά τί τότε νά πιστεύῃ κανείς εἰς Αὐτόν; Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐγώ οὐδέποτε θά ἐπίστευον εἰς τόν Χριστόν, ἐάν δέν εἶχεν ἀναστῆ καί δέν εἶχε νικήσει τόν θάνατον, τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τήν ἀθανασίαν. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Μόνον μέ τήν ἔνδοξον Ἀνάστασίν Του ὁ θαυμαστός Κύριος καί Θεός μας, μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπό τό παράλογον καί τήν ἀπελπισίαν. Διότι χωρίς τήν Ἀνάστασιν δέν ὑπάρχει οὔτε εἰς τόν οὐρανόν οὔτε ὑπό τόν οὐρανόν τίποτε πιό παράλογον ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπό τήν ζωήν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν. Δι᾽ αὐτό εἰς ὅλους τούς κόσμους δέν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπό τόν ἄνθρωπον, πού δέν πιστεύει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 19). «Καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. 26, 24). 
Εἰς τόν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερον βάσανον καί ἡ πιό φρικιαστική ἀπανθρωπία. Ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπό αὐτό τό βάσανον καί ἀπό αὐτήν τήν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τό ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητής τοῦ θανάτου - ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος. Διά τῆς ἀναστάσεώς Του Αὐτός μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τό νά ἐξασφαλισθῇ διά τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἀθανασία καί αἰωνία ζωή. Πῶς δέ κατορθώνεται τοῦτο; Μόνον διά τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν! 
Δι᾽ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἡ ζωή αὐτή ἐπί τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τό ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νά ἐξασφαλίσωμεν τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Διότι τί ὄφελος ἔχομεν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν, ἐάν μέ αὐτήν δέν ἠμποροῦμεν νά ἀποκτήσωμεν τήν αἰωνίαν; Ἀλλά, διά νά ἀναστηθῇ μετά τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νά συναποθάνῃ μετ᾽ Αὐτοῦ καί νά ζήσῃ τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του. Ἐάν κάμῃ τοῦτο, τότε τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως θά ἠμπορέσῃ μετά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νά εἰπῇ: «Χθές συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθές συνενεκρούμην, ζωοποιοῦμαι σήμερον.χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2. 
Εἰς τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καί τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ: Χριστός Ἀνέστη! - Ἀληθῶς Ἀνέστη!... Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπό ἕνα Εὐαγγέλιον, καί εἰς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τό νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων. Καί ὅταν ὅλα τά αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τήν βροντήν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστός Ἀνέστη!», τότε ἡ χαρά τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τά ὄντα, καί αὐτά ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦται τό πασχαλινόν θαῦμα: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!» 
Ναί, ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος! καί μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθῃ νά δώσῃ, - καί συνεχῶς δίδει καί συνεχῶς θά δίδῃ - τήν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανόν - ἀπό τόν πρῶτον μέχρι τόν τελευταῖον – νά νικήσῃ πᾶν τό θνητόν καί αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον.πᾶν τό ἁμαρτωλόν καί αὐτήν ταύτην τήν ἁμαρτίαν.πᾶν τό δαιμονικόν καί αὐτόν τοῦτον τόν διάβολον. Διότι μόνον μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος, κατά τόν πιό πειστικόν τρόπον, ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία Ἀγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία Ἀγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καί ἐπίσης ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτά τά δίδει Αὐτός, κατά τήν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανόν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς. 
Πρός τούτοις, δέν ὑπάρχει ἕνα γεγονός ὄχι μόνον εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά οὔτε εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό ὁποῖον νά εἶναι μεμαρτυρημένον κατά τρόπον τόσον δυνατόν, τόσον ἀπρόσβλητον, τόσον ἀναντίρρητον, ὅσον ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἀναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμός εἰς ὅλην του τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, τήν ἱστορικήν του δύναμιν καί παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἐπί τῆς αἰωνίως ζώσης Ὑποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί περί τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καί πάντοτε θαυματουργική ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ. 
Διότι ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύνατο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά γεγονότα, ἀπό τήν ζωήν τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων καί γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τό γεγονός τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Εὐαγγελικαί ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀκόμη, ἐάν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Καινοδιαθηκικαί πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί τέλος, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα Εὐαγγελικόν θαῦμα εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε τό θαῦμα τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι μόνον ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφές καί τό πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καί τό ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τήν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τά λόγιά Του, ὅλα τά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης. 
Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περί τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλά μετά τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκε περί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτόν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ἐνίκησε τόν θάνατον καί ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τούς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τήν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν Ἀνάστασιν. Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ὁ μόνος ἀληθινός Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τούς ἀνθρωπίνους κόσμους. 
Καί κάτι ἀκόμη: ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δέν δύναται νά ἐξηγηθῇ οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τό μαρτύριον τῶν Μαρτύρων οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν Ἁγίων οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν Ἀσκητῶν οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων οὔτε ἡ ἐλπίς τῶν ἐλπιζόντων οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων οὔτε ἡ προσευχή τῶν προσευχομένων οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων οὔτε οἱαδήποτε χριστιανική ἀρετή ἤ ἄσκησις. Ἐάν ὁ Κύριος δέν εἶχεν ἀναστῆ καί ὡς Ἀναστάς δέν εἶχε γεμίσει τούς μαθητάς Του μέ τήν ζωοποιόν δύναμιν καί τήν θαυματουργικήν σοφίαν, ποῖος θά ἠδύνατο αὐτούς τούς φοβισμένους καί δραπέτας νά τούς συγκεντρώσῃ καί νά τούς δώσῃ τό θάρρος καί τήν δύναμιν καί τήν σοφίαν διά νά ἠμπορέσουν τόσον ἄφοβα καί μέ τόσην δύναμιν καί σοφίαν νά κηρύττουν καί νά ὁμολογοῦν τόν Ἀναστάντα Κύριον καί νά πηγαίνουν μέ τόσην χαράν εἰς τόν θάνατον δι᾽ Αὐτόν; Καί ἄν ὁ Ἀναστάς Σωτήρ δέν τούς εἶχε γεμίσει μέ τήν θείαν δύναμίν Του καί σοφίαν, πῶς θά ἠμποροῦσαν νά ἀνάψουν μέσα εἰς τόν κόσμον τήν ἄσβεστον πυρκαϊάν τῆς Καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοί οἱ ἁπλοϊκοί ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καί πτωχοί ἄνθρωποι; Ἐάν ἡ Χριστιανική πίστις δέν ἦτο ἡ πίστις τοῦ Ἀναστάντος καί κατά συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος καί ζωοποιοῦντος Κυρίου, ποῖος θά ἠδύνατο νά ἐμπνεύσῃ τούς Μάρτυρας εἰς τόν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου, καί τούς Ὁμολογητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καί τούς Ἀσκητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως, καί τούς Ἀναργύρους εις τόν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας, καί τούς Νηστευτάς εἰς τόν ἆθλον τῆς νηστείας καί ἐγκρατείας, καί ὁποιονδήποτε Χριστιανόν εἰς ὁποιονδήποτε Εὐαγγελικόν ἆθλον; 
Ὅλα αὐτά εἶναι λοιπόν ἀληθινά καί πραγματικά καί δι᾽ ἐμέ καί διά σέ καί διά κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν. Διότι ὁ θαυμαστός καί γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη Ὕπαρξις ὑπό τόν οὐρανόν μέ τήν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τήν γῆν νά νικήσῃ καί τόν θάνατον καί τήν ἁμαρτίαν καί τόν διάβολον, καί νά καταστῇ μακάριος καί ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τήν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ... Διά τοῦτο, διά τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ Ἀναστάς Κύριος εἶναι τά πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τούς κόσμους: ὅ,τι τό Ὡραῖον, τό Καλόν, τό Ἀληθές, τό Προσφιλές, τό Χαρμόσυνον, τό Θεῖον, τό Σοφόν, τό Αἰώνιον. Αὐτός εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλον τό Ἀγαθόν μας ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωή εἰς ὅλας τάς θείας αἰωνιότητας καί ἀπεραντοσύνας. 
- Διά τοῦτο καί πάλιν, καί πολλάκις, καί ἀναρίθμητες φορές: Χριστός Ἀνέστη! 

http://agiameteora.net/

ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ


Ο Θεός έκτισε καταρχάς τον άνθρωπο, στεφανώνοντας τον με δόξα και τιμή. Χάρισε σε αυτόν την άρρητη θεωρία του Προσώπου Του, ώστε να γνωρίζει τον Δημιουργό Του, να Τον μιμείται και να αυξάνει σε αγάπη και ευγνωμοσύνη προς Αυτόν. Και ενώ ο Αδάμ και η Εύα ήσαν γυμνοί, έφεραν άφθαρτη πνευματική περιβολή "και ουκ ήσχύνοντο" (Γεν. 2,25).
Με την πτώση όμως στο αμάρτημα της αχαριστίας και της παρακοής, αν και ο άνθρωπος δεν έρπει στη γη όπως ο όφις, ωστόσο έφθάρη ο νους του και έγινε ανίκανος να κατοπτεύει τα "μη βλεπόμενα" και τα "αιώνια" (Β' Κορ. 4,18). Ντροπιάσθηκε το κατ" εικόνα πλάσμα, γιατί βυθίσθηκε στην άβυσσο των "βλεπομένων" και των "πρόσκαιρων" (Β' Κορ. 4,18) και έγινε το μεγαλύτερο τραύμα της ορατής κτίσεως.

Τότε οι πρωτόπλαστοι "έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν έαυτοίς περιζώματα" (Γεν. 3,7). Δηλαδή, φόρεσαν χιτώνα αισχύνης και "έκρύβησαν... από προσώπου Κυρίου του Θεού" (Γεν. 3,8). Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος πλανήθηκε και έχασε την οδό του Θεού.
Τελικά, για να μη ματαιωθεί η προαιώνια πρόθεση του Θεού για το λογικό ποίημα των χειρών Του, ο Κύριος, από άφατη εύσπραγχνία και ανεξιχνίαστη σοφία, επινόησε τρόπο σωτηρίας. Ήλθε ταπεινά ως άνθρωπος καί πήρε πάνω Του τη δική μας αισχύνη και με την ανάσταση Του μας ένέδυσε πάλι με το άγιο και άμωμο ιμάτιο της δόξης Του, πού δεν έχει πλέον "σπίλον ή ρυτίδα" (Έφεσ. 5,27). Δεν άφησε σε μυς ούτε ίχνος αισχύνης, γιατί, όλοι "οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων Αυτόν έπεσον έπ' Αυτόν", όπως λέγει η Γραφή (Ρωμ. 15,3). Ό Χριστός, επιθυμώντας τη θεραπεία καί σωτηρία μας, δεν λογάριασε τον Εαυτό Του. Αντί της προκειμένης αυτώ χαράς ύπέμεινε σταυρόν, αισχύνης καταφρονήσας" (Έβρ. 12,2). Με άλλα λόγια, ο Χριστός, υπομένοντας την αισχύνη του σταυρού, εξάλειψε τη δική μας αισχύνη και μας έσωσε. Χάραξε την ταπεινή οδό Του πάνω στη γη, ώστε όποιος την ακολουθήσει να θεραπεύεται όλοτελώς. Ό ίδιος βεβαίως ό Κύριος καλεί σε μετάνοια όλους τους αμαρτωλούς και τους "κακώς έχοντας" (Ματθ. 9,12). Άλλα η μετάνοια προς θεραπεία και σωτηρία συνδέεται αναπόσπαστα με την αισχύνη.
Ό Χριστός προσφέρεται ως ιατρός και θεραπευτής των ψυχών και των σωμάτων ημών και εμείς δεχόμαστε τη θεραπεία Του κατ' εξοχήν στο μυστήριο της μετανοίας και Ιεράς έξομολογήσεως.
Για ποιόν όμως λόγο δίνεται η θεραπευτική χάρη του Θεού στο μυστήριο της έξομολογήσεως, με την οποία χάρη ο πιστός νικά τα πάθη και την αμαρτία; Για δύο λόγους, νομίζω, χάρη στους οποίους γίνεται ο άνθρωπος αληθινός και τοποθετείται στην οδό του Κυρίου.
Πρώτον, κάνουμε έμπρακτη ομολογία της αλήθειας.
Ό Απόστολος λέγει ότι "εάν είπωμεν ότι άμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ εστίν εν ημίν. Εάν όμολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός εστί και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τάς αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας" (Α'Ίωάν. 1,8-9).
Όταν λοιπόν εξομολογούμαστε ενώπιον του Θεού, ομολογούμε κυρίως τη μεγάλη και παγκόσμια αλήθεια της πτώσεως όλου του γένους του Αδάμ. Θα μπορούσαμε να πούμε πώς αν υπάρχει μια περίπτωση, κατά την οποία ό άνθρωπος γίνεται αλάθητος και μάλιστα ενώπιον των οφθαλμών του Κυρίου, είναι εκείνη κατά την οποία ομολογεί την άμαρτωλότητά του. Τότε πράγματι γίνεται αληθινός. Όταν όμως αληθεύει, ελκύει το Πνεύμα της "Αλήθειας, το οποίο φέρει τον πιστό σε βαθιά συναίσθηση της πνευματικής του πτώχειας και στη συνέχεια τον οδηγεί σε μετάνοια. Το ίδιο "Αγιο Πνεύμα παρέχει ταυτόχρονα τη θεραπεία και τη δικαίωση.
Δεύτερον, ύπομένομε ταπεινά την αισχύνη της πτώσεως μας.
Ή μετάνοια και εξομολόγηση είναι απάντηση στην κλήση του Θεού. Συνεπώς, όταν εξομολογούμαστε τις αμαρτίες μας, βαστάζουμε ταπεινά το σταυρό μας και ακολουθούμε τον Κύριο. Ομολογούμε τον Χριστό ως Θεό καί Σωτήρα. Ή ομολογία όμως του Χριστού, και μάλιστα σε ένα κόσμο, που "εν τω πονηρώ κείται" (Α' Ίωάν. 5,19), συνεπάγεται αισχύνη. Γι' αυτό και ό Κύριος προειδοποιεί: "Ός εάν επαισχυνθή με και τους έμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ), και ο υιός του ανθρώπου έπαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού" (Μάρκ. 8, 38). Με άλλα λόγια, όποιος αποστραφεί την αισχύνη για χάρη του Κυρίου, αυτός δεν σώζεται. Και σε άλλο πάλι μέρος ο Κύριος βεβαιώνει: "Πάς ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ούρανοίς" (Ματθ. 10,32). Είναι φανερό πώς όποιος ομολογεί, και μάλιστα υπομένοντας αισχύνη, αυτός έχει προσαγωγή στον Ουράνιο Πατέρα και σώζεται. Ή αισχύνη και το όνειδος που δοκιμάζουμε στη ζωή αυτή, σηκώνοντας το σταυρό του Χριστού, οδηγεί στην αναγνώριση μας από τον Κύριο και μεταβάλλεται σε δύναμη σωτηρίας.
Γιατί όμως η αισχύνη της έξομολογήσεως μεταβάλλεται σε πνευματική δύναμη και πώς η άσκηση της τοποθετεί τον άνθρωπο στην οδό της ζωής;
Ή εξομολόγηση τοποθετεί τον πιστό στην ταπεινή οδό του Κυρίου. Ό Χριστός μας έσωσε υπομένοντας τον σταυρό της αισχύνης. Ό σταυρός είναι η έκφραση της "μείζονος αγάπης" Του, για χάρη της οποίας θυσιάσθηκε "υπέρ των φίλων αυτού" (Ίωάν. 15,14). Αλλά και ό πιστός, από αγάπη καί πόθο να συμμορφώσει τη ζωή του προς το Πνεύμα του Κυρίου, εξομολογείται ταπεινά και εκούσια. Υπομένει σταυρό αισχύνης, φανερώνοντας τις αμαρτίες του ένώπον του Θεού και του λειτουργού της "Εκκλησίας. Τοποθετεί τον εαυτό του στην οδό του Κυρίου. Τη μικρή ή μεγάλη αισχύνη της έξομολογήσεώς του ο Θεός αποδέχεται ως θυσία και γι' αυτό του ανταποδίδει τη χάρη Του, που τον ανακαινίζει. Συνεπώς, δποιος τοποθετείται με την εκούσια αισχύνη στην οδό του Κυρίου, ευρίσκει τον Κύριο ως συνοδοιπόρο, γιατί Αυτός είναι και η οδός, όπως είπε. Ή οδός όμως αυτή είναι ταυτόχρονα οδός αλήθειας και ζωής. Γι' αυτό τότε στον πιστό, που συμπορεύεται ταπεινά με τον Κύριο, μεταδίδεται η χάρη και η κατάσταση του Μεγάλου Συνοδοιπόρου. Κοντολογής, με την εκούσια αισχύνη της εξομολογήσεώς αποφεύγουμε την ακούσια αισχύνη της έσχατης κρίσεως και δεχόμαστε τον αιώνιο έπαινο του Θεού.
Ή ευαγγελική αυτή αλήθεια γίνεται σαφέστερη, όταν εξετάσουμε την περίπτωση του Ζακχαίου. Ό επίσημος αυτός άνθρωπος, υπομένοντας κάποια αισχύνη για να δει τον Χριστό, αφομοιώθηκε προφητικά στο μυστήριο της οδού του Κυρίου, που κατευθυνόταν τη στιγμή εκείνη προς τον σταυρό της αιχύνης. Γι΄ αυτό και ο Κύριος τον πρόσεξε, τον επισκέφθηκε, τον θεράπευσε, τον πλάτυνε στο "τετραπλούν" και τον έσωσε αυθημερόν. Ή λέξη "τετραπλούν" υπαινίσσεται το μυστήριο του σταυρού του Κυρίου, από τον όποιο πηγάζει κάθε πλατυσμός χάριτος σε βάθος και σε ύψος, σε μήκος και σε πλάτος. Ό Ζακχαίος βρέθηκε προφητικά στην οδό του Κυρίου. Βλέπουμε λοιπόν πώς η αισχύνη του Ζακχαίου μετατράπηκε σε δύναμη, και τον οδήγησε στο περισσόν της ζωής και τον πλατυσμό της χάριτος.
Ή οδός αυτή του Κυρίου είναι επισκιασμένη από το Πνεύμα Κυρίου. Είναι επίσης αποκαλυπτική, γιατί διανοίγει τον νου και την καρδιά, ώστε να δει ό άνθρωπος την αμαρτία του στη μεταφυσική της διάσταση, ως έγκλημα εναντίον της θείας και Πατρικής αγάπης. Ή όραση αυτή, όπως μας λένε οι Πατέρες μας, είναι πολυτιμότερη από την όραση αγγέλων. Αποκτά τότε ο άνθρωπος προφητική αυτογνωσία καί ταπείνωση. Ή χάρη που αποκομίζει εμπνέει σε αυτό την τέλεια τόλμη να βαστάσει την πνευματική του πτώχεια και με υίική παρρησία να αποδίδει ακατάπαυστα δικαιοσύνη και δόξα στον Θεό, καί μομφή μόνο στον εαυτό του. Γίνεται τότε όχι μόνο μαθητής σταυρού αλλά και μακαριότητος. Στέκεται στην άγια παρουσία του Θεού. Φθάνει σε αυτόν το αιώνιο "σήμερον" της ερχόμενης Βασιλείας. "Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω έγένετο..... ήλθε γαρ ό υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός" (Λουκ. 19,9-10).
Στήν έσχατολογική αυτή πορεία του, όταν εξομολογείται, ο πιστός έχει με το μέρος του όλο τον ουρανό των αγίων. Όπως ο Κύριος διαβεβαίωσε, "χαρά έσται εν τω ουρανώ) επί ενί αμαρτωλώ) μετανοούντι" (Λουκ. 15,7). Γι'αυτό και ο έξομολόγος Ιερέας δέχεται την εξομολόγηση του μετανοούντος με άκρα προσοχή, σεβασμό και φόβο. Αγωνίζεται με την προσευχή του να συλλάβει την ένταση της μετανοίας του προσερχόμενου, ώστε να μη παρεμποδίσει το έργο της χάριτος, αλλά, ως καλός οικονόμος μυστηρίου Θεού, να συνεργήσει έστω και λίγο στην αναγέννηση του άνθρωπου. Ό πνευματικός οφείλει να θυμάται ότι δεν πρέπει να φέρεται ως ο έχων κάποια εξουσία, αλλά "ως ο διακόνων" (Λουκ. 22,27), έτοιμος να βάλει τον εαυτό του κάτω από υπηρετήσει. Ή καρποφορία της διακονίας του θα είναι πάντοτε κατά το μέτρο της ταπεινώσεως, της προσευχής και της αγάπης πού προσφέρει στους αδελφούς του.
Ό Θεός μπορεί να συναντήσει τον άνθρωπο "εν πάσαις ταις οδοίς αυτού". Το γεγονός αυτό και μόνο εμπνέει μετάνοια και την αλλαγή του ανθρώπου. Ωστόσο όμως την τελική πιστοποίηση και επιβεβαίωση του πράγματος αυτού θα δώσει η Εκκλησία. Επαλήθευση του φαινομένου αυτού αποτελεί η μεταστροφή του Μεγάλου Αποστόλου Παύλου. Ενώ ο Απόστολος είδε τον Χριστό καθ' όδόν προς Δαμασκόν και φρόντιζε σε όλη τη ζωή του να είναι "πιστός τη ουρανιά οπτασία" (Πράξ. 26,19), έπρεπε ωστόσο να επισκεφθεί τους Αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, για να σφραγίσουν την αλήθεια της εμπειρίας του. Συνεπώς, ο λόγος του Κυρίου "είπε τη Έκκλησία" (Ματθ. 18,17), έχει επίσης υψίστη σημασία στο μυστήριο της Ιεράς εξομολογήσεως.
Ό όρος "εξομολόγηση", στην Αγία Γραφή και την Εκκλησιαστική υμνολογία, έχει διπλό νόημα. Πρωτίστως σημαίνει δοξολογία, λατρεία, ευχαριστία. Επειτα σημαίνει ομολογία, μετάνοια και δέηση.
Ή εξομολόγηση λοιπόν είναι μια συνεχής πράξη και στάση της ζωής. Μας μαθαίνει να πορευόμαστε ενώπιον του Θεού με ευχαριστία και δέηση καί να επιτελούμε "αγιωσύνην εν φόβω Θεού" (Β' Κορ. 7,1• πρβλ. Α" Τιμ. 4,4-5). Έξομολογούμενοι, αναγνωρίζουμε τον Θεό ως αρχηγό της σωτηρίας μας και τον ευχαριστούμε. Καταγγέλλοντας επίσης την αμαρτία μας, ομολογούμε ταπεινά ότι εμείς μόνο είμαστε υπεύθυνοι γι' αυτή και ο Θεός μένει για μας πάντοτε ο ευεργέτης και εύλογητός εις τους αιώνας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Πνεύμα το "Αγιο, μόλις κατέρχεται την ήμερα της Πεντηκοστής, διδάσκει στους μαθητές του Χρίστου το ορθό ήθος, πώς πρέπει δηλαδή να ζουν ταυτόχρονα με τη δέηση καί την ευχαριστία, με τη μετάνοια και τη λατρεία. Εξομολογείται ή Εκκλησία : "Σοί άμαρτάνομεν, Χριστέ ό Θεός ημών, καί Σέ μόνον λατρεύομεν".
Την ήμερα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου όλοι θα παρασταθούμε "τω βήματι του Χριστού" και "πάσα γλώσσα εξομολογήσεται τω Θεώ" (Ρωμ. 14, 10-11). Με άλλα λόγια, εκείνη την ήμερα θα φανερωθεί η αλήθεια του κάθε ανθρώπου. Ό Θεός θα κρίνει "τα κρυπτά των ανθρώπων" σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Υιού Του (Ρωμ. 2,16), καί δεν θα μείνει τίποτε "άπόκρυφον" ή "συγκεκαλυμμένον" (Λουκ 8,17 καί 12,2), πού δε θα γίνει γνωστό και δεν θα έλθει στο φως. Ακόμη και οι κρύφιες βουλές των καρδιών μας θα φανερωθούν (βλ. Α' Κορ. 4,5). Τότε, δηλαδή, θα γίνει η γενική και τελική κρίση. Ό Θεός όμως δεν κρίνει δύο φορές. Αν εμείς τώρα με την εξομολόγηση υποβάλλουμε τον εαυτό μας συνεχώς στην κρίση των εντολών Του, τότε, κατά την αδιάψευστο υπόσχεση Του, θα μας δώσει "στόμα καί σοφίαν" (Λουκ. 21,15), στα όποια κανένας αντικείμενος δεν θα μπορεί να αντιλέγει. Αυτό σημαίνει ότι με την εκούσια κρίση στην εξομολόγηση της μετάνοιας γινόμαστε διαφανείς καί αληθινοί. Μας δίνεται το Πνεύμα το "Αγιο καί έτσι έχουμε τη δυνατότητα να προλάβουμε την ακούσια και υποχρεωτική κρίση της φοβέρας εκείνης ημέρας και να δικαιωθούμε,

Υπό του Πανοσ. Άρχιμανδρίτου Ζαχαρία, Δρος Θεολογίας, της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Εσσεξ Αγγλίας.
http://agiameteora.net/

ΠΕΡΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ


Υπερηφάνεια είναι άρνηση του Θεού, εφεύρεση των δαιμόνων, μητέρα της κατακρίσεως, απόδειξη ακαρπίας, φυγαυδευτήριο της βοήθειας του Θεού, πρόδρομος της παραφροσύνης, πρόξενος πτώσεων, αιτία της επιληψίας, πηγή του θυμού, θύρα της υποκρισίας, στήριγμα των δαιμόνων, φύλακας των αμαρτημάτων, δημιουργός της ασπλαχνίας, άγνοια της συμπαθείας, πικρός κριτής, απάνθρωπος δικαστής, αντίπαλος του Θεού, ρίζα της βλασφημίας. Αρχή της υπερηφάνειας είναι το τέλος της κενοδοξίας. Μέσον η εξουδένωσις του πλησίον, η αναιδής φανέρωσης των κοπών μας, ο εσωτερικός αυτοέπαινος, το μίσος των ελέγχων. Και τέλος, η άρνηση της βοήθειας του Θεού, η εξύψωση της δικής μας ικανότητας, η δαιμονική συμπεριφορά. Ας το ακούσουμε όλοι όσοι θέλουμε να διαφύγουμε αυτόν τον βαθύ λάκκο. Πολλές φορές αυτό το πάθος αγαπά να τρέφεται από τις ευχαριστίες που εκφράζουμε στο Θεό. Γιατί δεν παρουσιάζεται τόσο αναιδής, ώστε από την αρχή να μας προτρέπει να αρνηθούμε το Θεό. Είδα άνθρωπο να ευχαριστεί το Θεό με το στόμα και να κομπάζει με το εσωτερικό φρόνημα. Περί αυτού είναι αψευδής μάρτυρας εκείνος ο Φαρισαίος που έλεγε στο Θεό με απρεπή καύχηση «Ο ΘΕΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΟΙ»!! (ΛΟΥΚΑ.ιη.11). Όπου συνέβη πτώση, εκεί κατασκήνωσε προηγούμενος η υπερηφάνεια. Γιατί το δεύτερο είναι το προμήνυμα του πρώτου. Άκουσα κάποιον αξιοσέβαστο άνδρα να λέει. «Υπόθεσε ότι είναι δώδεκα τα πάθη, της ατιμίας. Εάν ένα από αυτά, την οίηση της αγαπήσεις ολόψυχα, αυτή θα αναπληρώσει τον τόπο και των υπολοίπων έντεκα». Είναι ντροπή να καμαρώνει κάποιος για το ξένο στολισμό. Ομοίως είναι εσχάτη ανοησία να υπερηφανευτεί κανείς για τα χαρίσματα του Θεού. Όσα κατορθώματα πέτυχες πριν γεννηθείς, για αυτά μόνο να υπερηφανεύεσαι, γιατί τα μετά την γέννηση σου τα χάρισε ο Θεός, καθώς επίσης και αυτή την γέννηση. Όσες αρετές κατόρθωσες χωρίς τον νου και την λογική αυτές και μόνο είναι δικές σου, εφ όσον του νου και την λογική σου την χάρισε ο Θεός. Όσες νίκες πέτυχες χωρίς το σώμα σου αυτές και μόνο οφείλονται στην δική σου προσπάθεια, εφ όσον το σώμα δεν είναι δικό σου δημιούργημα αλλά του Θεού. Την λήθη των αμαρτημάτων την προκαλεί η υπερηφάνεια, γιατί η ενθύμηση τους προξενεί ταπεινοφροσύνη. Συνέλαβα κάποτε τούτη την ακέφαλο πλάνη να πλησιάζει την καρδιά μου, ανεβασμένη πάνω στους ώμους της μητέρα της (την κενοδοξία). Τις έδεσα και τις δυο, με τα δεσμά της υπάκουης, τις μαστίγωσα με το μαστίγιο της ευτελείας και έτσι τις ανέκρινα με ποιο τρόπο εισέρχονται μέσα μου. ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΚΑΘΩΣ ΜΑΣΤΙΓΩΝΟΝΤΑΝ ΈΛΕΓΑΝ «Εμείς δεν έχουμε ούτε αρχή ούτε γέννηση γιατί είμαστε αρχηγοί και γεννήτορες όλων των παθών. Εμάς μας πολεμά υπερβολικά η συντριβή της καρδιάς που γεννάτε από την υποταγή. Εμείς δεν ανεχόμεθα κανένα να μας εξουσιάζει. Για αυτό και όταν λάβαμε εξουσία στους ουρανούς απεστατήσαμε από εκεί. Εμείς με ένα λόγο γεννούμε όλα τα πάθη που αντιστρατεύονται στην ταπεινοφροσύνη, γιατι όλα όσα την ευνοούν είναι αντιμέτωπα μας. Αλλά αφού στο ουρανό σημειώσαμε νίκη, πως μπορείς εσύ να μας ξεφύγεις; Εμείς συνηθίζουμε πολλές φορές να εμφανιζόμαστε μετά από την υπάκουη, την αοργησία, την αμνησικακία, από την πρόθυμη διακονία. Τέκνα δικά μας είναι οι πτώσεις των πνευματικών ανθρώπων, η Οργή, η καταλαλιά, η πικρία, η βλασφημία, ο θυμός , η κραυγή, η υποκρισία, το μίσος, ο φθόνος, η αντιλογία, η ιδιορρυθμία, η απείθεια. Ένα μόνο υπάρχει που δεν μπορούμε να νικήσουμε, και σου το φανερώνουμε επειδή μας μαστιγώνεις. Εάν κατηγορείς διαρκώς τον εαυτό σου ενώπιον του Κύριου με ειλικρίνεια, θα μας θεωρείς ωσάν αράχνη…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
http://agiameteora.net/

Το Συναξάρι της ημέρας


Άγιος Συμεών ο Αδελφόθεος Επίσκοπος Ιεροσολύμων
Όσιος Ιωάννης ο Ομολογητής ηγούμενος Μονής Καθαρών
Άγιος Ποπλίων
Άγιος Ευλόγιος ο Ξενοδόχος
Άγιος Λολλίων ο Νέος
Άγιοι Συμεών ο Νέος Στυλίτης και Γεώργιος ο αδελφός του
Άγιος Θεόφιλος Επίσκοπος Βρεσκίας
Άγιος Στέφανος Επίσκοπος Βλαντιμίρ
Εγκαίνια του Ναού της Αγίας Ειρήνης «αρχαίας και νέας»

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Τον άνθρωπο πρέπει να τον γνωρίσεις για να τον αγαπήσεις. 
Τον Θεό πρέπει να Τον αγαπήσεις για να Τον γνωρίσεις.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Οι Λοκατζήδες της Εκκλησίας


Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Πολύ με πειράζει η συνείδηση μου, που δεν κράτησα σημειώσεις με λεπτομέρειες για τους ενάρετους Πατέρες, που έζησαν τώρα τα τελευταία χρόνια, για τους οποίους μου διηγούνταν οι ευλαβείς Γεροντάδες, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός, όπως επίσης και στην συνέχεια, για την μεγάλη μου αμέλεια, που δεν κράτησα, έστω στην μνήμη μου, όλα τα θεία γεγονότα, τα οποία έζησαν εκείνα τα άγια Γεροντάκια και μου τα διηγούνταν με πολλή απλότητα, για να με βοηθήσουν πνευματικά.

Οι Πατέρες εκείνης της εποχής είχαν πολλή πίστη και απλότητα και οι περισσότεροι ήταν με λίγα μεν γράμματα, αλλά, επειδή είχαν ταπείνωση και αγωνιστικό πνεύμα, δέχονταν συνέχεια τον θείο φωτισμό. Ενώ στην εποχή μας, που έχουν αυξηθεί οι γνώσεις, δυστυχώς η λογική κλόνισε την πίστη των ανθρώπων από τα θεμέλια και γέμισε τις ψυχές από ερωτηματικά και αμφιβολίες. Έτσι, επόμενο είναι να στερούμεθα τα θαύματα, γιατί το θαύμα ζήται και δεν εξηγείται με την λογική.

Το πολύ αυτό κοσμικό πνεύμα που επικρατεί στο σημερινό άνθρωπο, ο οποίος έχει στρέψει όλη την προσπάθεια στο πώς να ζήσει καλύτερα, με μεγαλύτερη άνεση και λιγότερο κόπο, δυστυχώς έχει επιδράσει και στους περισσότερους πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούν πώς να αγιάσουν με λιγότερο κόπο -πράγμα που δεν γίνεται ποτέ, γιατί «οι Άγιοι έδιναν αίμα και ελάμβαναν Πνεύμα».

Και ενώ χαίρεται κανείς τώρα για την μεγάλη αυτή στροφή προς τους Αγίους Πατέρες και τον Μοναχισμό και θαυμάζει τους αξιόλογους νέους που αφιερώνονται με ιδανικά, συγχρόνως όμως και πονάει, γιατί βλέπει όλο αυτό το καλό υλικό να μη βρίσκει το ανάλογο πνευματικό προζύμι, και έτσι δεν ανεβαίνει η πνευματική αυτή ζύμη και καταλήγει να γίνει σαν το λειψό ψωμί.

Παλαιότερα, πριν και από είκοσι χρόνια, έβρισκε κανείς ακόμη την απλότητα απλωμένη στο Περιβόλι της Παναγίας, και εκείνο το άρωμα της απλότητας των Πατέρων μάζευε τους ευλαβείς ανθρώπους, που μιμούνταν τις μέλισσες, και τους έτρεφε, και αυτοί μετέφεραν και στους άλλους από την πνευματική αυτή ευλογία, για να ωφεληθούν. Από όπου δηλαδή και αν περνούσες, θα άκουγες να διηγούνταν θαύματα και ουράνια γεγονότα, πολύ απλά, γιατί τα θεωρούσαν πολύ φυσιολογικά οι Πατέρες.

Ζώντας λοιπόν σε αυτή την πνευματική ατμόσφαιρα της Χάριτος, ποτέ δεν περνούσες λογισμό αμφιβολίας για όσα άκουγες, γιατί και ο ίδιος κάτι θα έβλεπες από αυτά. Αλλά ούτε και περνούσε λογισμός, για να σημειώσεις ή να κρατήσεις στην μνήμη σου εκείνα τα θεία γεγονότα για τους μεταγενέστερους, γιατί νόμιζες ότι θα συνεχισθεί εκείνη η Πνευματική κατάσταση.

Πού να ήξερες ότι μετά από λίγα χρόνια ο περισσότερος κόσμος θα παραμορφωθεί από την πολλή μόρφωση -επειδή διδάσκεται με το πνεύμα της αθεΐας και όχι με το πνεύμα του Θεού, για να αγιάσει και την εξωτερική μόρφωση- και η απιστία θα φθάσει σε τέτοιο σημείο, που να θεωρούνται τα θαύματα για παραμύθια της παλιάς εποχής; Φυσικά, όταν είναι ο γιατρός άθεος, όσες εξετάσεις και αν κάνει σε έναν Άγιο με τα επιστημονικά μέσα (ακτίνες κ.λπ.), δε θα μπορέσει να διακρίνει τη χάρη του Θεού. Ενώ, εάν έχει αγιότητα και ο ίδιος, θα δει τη θεία χάρη να ακτινοβολεί.

Για να δώσω μια ζωντανότερη εικόνα της χάριτος, και για να καταλάβουν καλύτερα οι αναγνώστες το πνεύμα το Πατερικό που επικρατούσε πριν από λίγα χρόνια, θεώρησα καλό να αναφέρω, σαν παραδείγματα, μερικά περιστατικά από απλά γεροντάκια της εποχής εκείνης.



Όταν ήμουν αρχάριος στην Μονή Εσφιγμένου, μου είχε διηγηθεί ο ευλαβής Γέρο-Δωρόθεος ότι στο Γηροκομείο ερχόταν και βοηθούσε ένα Γεροντάκι με τέτοια μεγάλη απλότητα, αφού νόμιζε ότι η Ανάληψη, που εορτάζει η Μονή, ήταν μια μεγάλη Αγία όπως η Αγία Βαρβάρα και, όταν έκανε κομποσχοίνι, έλεγε: «Αγία του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών»!

Μια μέρα είχε έρθει στο Γηροκομείο ένας φιλάσθενος αδελφός, και, επειδή δεν υπήρχε κανένα δυναμωτικό φάρμακο, το Γεροντάκι κατέβηκε γρήγορα-γρήγορα τα σκαλιά, πήγε στο υπόγειο και από το παραθυράκι που έβλεπε προς την θάλασσα, άπλωσε τα χέρια του και είπε:
«Αγία μου Ανάληψη, δωσ' μου ένα ψαράκι για τον αδελφό».

Και ω του θαύματος! πετάχτηκε ένα μεγάλο ψάρι στα χέρια του, το πήρε πολύ φυσιολογικά, σαν να μη συνέβη τίποτε, και χαρούμενος το ετοίμασε, για να τονώσει τον αδελφό.

Ο ίδιος Γέροντας μου είχε διηγηθεί και για άλλον Πατέρα (νομίζω Παχώμιο), ο οποίος είχε πάει στην Καψάλα για ανώτερη άσκηση και είχε φθάσει σε μέτρα πνευματικά. Μια μέρα ένας πατέρας της Μονής είχε οικονομήσει δυο ψάρια και τα καθάριζε, για να πάει να τον δει και να του τα δώσει ευλογία. Την ώρα όμως που τα ετοίμαζε, ένας κόρακας ξαφνικά του πήρε το ένα ψάρι και το πήγε στον π. Παχώμιο στην Καψάλα (απόσταση πεντέμισι ώρες).

Ο π. Παχώμιος είχε λάβει πληροφορία από τον Θεό για την επίσκεψη του αδελφού και τη στιγμή που σκεφτόταν τι να τον φιλέψει, ο κόρακας του άφησε το ψάρι. Όταν ήρθε μετά ο αδελφός και το έμαθε αυτό, δόξασε και αυτός το Θεό, που τρέφει και στην εποχή μας τους ανθρώπους Του με τον κόρακα, όπως και τον Προφήτη Ηλία.

Άγιος Παΐσιος
http://inpantanassis.blogspot.com/

Σὲ ἀγαπῶ τρομερά, Θεέ μου



(Ἡ ὁμολογία ἑνός στρατιώτη)

Κατά τή διάρκεια τοῦ τελευταίου μεγάλου πολέμου στό Ἰράκ στό χιτώνιο ἑνός Ἀμερικανοῦ στρατιώτη, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στό πεδίο τῆς μάχης, βρέθηκε ἕνα σημείωμα, πού περιεῖχε μία συγκλονιστική ἐξομολόγηση, μία συγκλονιστική προσευχή.

Ἕνας μέχρι τότε ἄθεος νέος, γνήσιο παιδί τῆς ἐποχῆς μας, εὕρισκε στό διάβα τῆς ζωῆς του τόν Σωτήρα Χριστό μέσα στήν ἀντάρα τοῦ πολέμου. 

Ἄς διαβάσουμε, τί ἔλεγε τό σημείωμα ἐκεῖνο:

* * *

«Ἄκουσε, Θεέ μου.

Ἀκόμα δέν σοῦ ἔχω μιλήσει. Ὅμως τώρα ἐπιθυμῶ νά σοῦ πῶ φιλικά: Τί κάνεις; Τί γίνεσαι;

Μοῦ εἶπαν ὅτι δέν ὑπάρχεις καί σάν ἀνόητος τό πίστεψα. Ὅμως χθές βράδυ, ἀπό τό βάθος τοῦ κρατήρα μιᾶς ὀβίδας εἶδα τόν Οὐρανό Σου, εἶδα τό μεγαλεῖο Σου, καί τότε κατάλαβα ὅτι μοῦ εἶχαν πεῖ ψέματα! 

Εἶναι παράξενο, ὅτι χρειάσθηκε νά ἔλθω σ᾿ αὐτόν τόν καταχθόνιο τόπο, γιά ν΄ἀνακαλύψω τό πρόσωπό Σου! Τώρα πού Σέ γνώρισα Σ᾿ ἀγαπῶ τρομερά, Θεέ μου! Αὐτό θέλω νά τό ξέρεις! 

Σέ λίγο θά γίνει μιά ἀκόμη ἀπαίσια μάχη. Ποιός ξέρει; Μπορεῖ καί νά φθάσω στό σπίτι Σου ἀπόψε. Δέν ὑπήρξαμε ὅμως ποτέ σύντροφοι μέχρι τώρα· κι ἀναρωτιέμαι, ἄν θά μέ περιμένεις στήν πόρτα Σου! Καί νά, νά κλαίω! Καί χύνω δάκρυα! Τί παράξενω! Ἄχ, νά Σέ εἶχα γνωρίσει πιό νωρίς, Θεέ μου! 

Θεέ μου, ποῦ εἶσαι; Ποῦ κατοικεῖς; 

Σέ ἀναζητοῦσα παντοῦ, ἀκόμη καί μέσα στή δική μου καρδιά, στό σπίτι μου καί στήν οἰκογένειά μου. Μά δέν σέ εὕρισκα πουθενά! Μά συνέχιζα νά σέ ἀναζητῶ καί γύρω μου καί μέσα μου.

Καί ἔνοιωσα τήν παρουσία Σου καί εἶδα τήν μορφή Σου καί ἄκουσα τήν φωνή Σου:

- Εἶμαι δίπλα σου, εἶμαι κοντά σου! Ἄνοιξέ μου τήν καρδιά σου. Θέλω νά περάσω σ᾿ αὐτήν, νά στήσω τόν θρόνο Μου καί νά τήν κάνω Βασίλειό Μου...!

- Ὤ Κύριε! 

Ἔλα! Σέ περιμένω...

Σέ λαχταρῶ...

Θέλω νά εἶμαι αἰώνια μαζί Σου· γιά πάντα κοντά Σου!»

Ἄγνωστος συγγραφεύς
http://inpantanassis.blogspot.com/

Η μετάνοια είναι εργόχειρο που δεν τελειώνει ποτέ


Οταν ο αββάς Αντώνιος ασκήτευε στην έρημο, έπεσε κάποτε σε ακηδία και σε μεγάλη σύγχυση των λογισμών του και έλεγε στον Θεό:

“Κύριε, θέλω να σωθώ αλλά δεν μ΄ αφήνουν οι λογισμοί μου. Τι να κάνω με τη θλίψη μου αυτή; Πώς να σωθώ;”

Κάποια φορά λοιπόν βγήκε λίγο προς τα έξω και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του να κάθεται και να κάνει εργόχειρο. Μετά από λίγο άφηνε το εργόχειρο, σηκωνόταν και προσευχόταν, και ξανά καθόταν και συνέχιζε να πλέκει το σχοινί του. Ύστερα πάλι σηκωνόταν για προσευχή.

Ήταν άγγελος Κυρίου που είχε σταλεί για να διορθώσει τον Αντώνιο και να του δώσει σιγουριά και άκουσε τον άγγελο να του λέει:

“Κάνε κι εσύ το ίδιο και θα σωθείς”.

Και ο Αντώνιος όταν τ” άκουσε, πήρε μεγάλη χαρά και κουράγιο. Και έτσι κάνοντας προχωρούσε στο έργο της σωτηρίας του.

*****
Ζούσε κάποτε στην Αλεξάνδρεια ένας μορφωμένος άνθρωπος που τον έλεγαν Κοσμά. Ήταν αξιοθαύμαστος και πολύ ενάρετος, με ταπεινό φρόνημα, σπλαχνικός, εγκρατής, παρθένος, άνθρωπος της ησυχίας, φιλόξενος, φίλος των φτωχών. Επειδή εγώ του είχα μεγάλη οικειότητα, μια φορά του λέω:

“Κάνε αγάπη, πόσο χρόνο ζεις τη ζωή της ησυχίας; ” Επειδή σώπαινε και δεν μου έδινε κα μια απάντηση, πάλι του λέω: “Για χάρη του Κυρίου πες μου”. Κι εκείνος, αφού για λίγο κρατήθηκε, μου λέει:

“Έχω τριάντα τρία χρόνια”.

Πάλι του λέω: “Κάνε τέλεια την αγάπη, γιατί ξέρεις πολύ καλά ότι για ωφέλεια της ψυχής σε ρωτώ, πες μου: σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα της ησυχαστικής σου ζωής, τι κατόρθωσες;”

Εκείνος, αφού αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς, μου λέει: “Ένας άνθρωπος κοσμικός τι μπορεί να κατορθώσει και μάλιστα τη στιγμή που κάθεται στο σπίτι του; ”

Όμως εγώ τον παρακαλούσα: “Για χάρη του Κυρίου πες μου και ωφέλησέ με”. Και επειδή τον πίεσα πολύ, είπε:

“Συγχώρεσέ με, αυτά τα τρία ξέρω ότι κατόρθωσα: να μη γελώ, να μην ορκίζομαι και να μη λέω ψέματα”.

*****
Είπε ο αββάς Λογγίνος:

“Η νηστεία ταπεινώνει το σώμα,
η αγρυπνία καθαρίζει τον νου,
· η ησυχία φέρνει το πένθος,
· το πένθος βαπτίζει τον άνθρωπο και τον απαλλάσσει από την αμαρτία”.

Ο αββάς Λογγίνος είχε μεγάλη κατάνυξη την ώρα της προσευχής και της ψαλμωδίας του, και μια φορά του λέει ένας μαθητής του:

“Αββά, αυτός είναι ο πνευματικός κανόνας, να κλαίει ο μοναχός, όταν κάνει την ακολουθία του; ”

Και ο Γέροντας του απαντά:

“Ναι, παιδί μου, αυτός είναι ο κανόνας, που επιζητεί ο Θεός. Βέβαια ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο να κλαίει, αλλά να χαίρεται και να ευφραίνεται και να τον δοξάζει, όπως οι άγγελοι, με την καθαρή και αναμάρτητη ζωή του. Όμως ο άνθρωπος έπεσε στην αμαρτία και γι αυτό είναι ανάγκη να κλαίει, ενώ όπου δεν υπάρχει αμαρτία, εκεί δεν έχει θέση το κλάμα”.

http://www.agiameteora.net/

Οἱ «μικρές» καί οἱ «μεγάλες» ἁμαρτίες


( † Μητροπ. Αντωνίου Μπλούμ)

Ιδού και ένα τρίτο σημείο που αφορά στην αμαρτία: δεν πρέπει να μας παραπλανά η ιδέα ότι υπάρχουν βαριά και ελαφριά αμαρτήματα. Ασφαλώς και δεν πρέπει να τα βάζουμε όλα στο ίδιο σακί. Όμως ακόμη και μία συγγνωστή αμαρ­τία, αν διαπράττεται με τη θέλησή μας, εν πλήρει συνειδήσει, και έχει προμελετηθεί με κυνισμό, είναι δυνατόν να παρασύρει την ψυχή στον θάνατο.
Στη διάρκεια του πολέμου ήμουν γιατρός. Μια νύχτα μεταφέρουν από το μέτωπο στον τομέα ευθύνης μας έναν αξιωματικό βαριά πληγωμένο, διάτρητο παντού από τις ριπές ενός μυδραλιοβό­λου. Θα μπορούσαμε να καθίσουμε με σταυρω­μένα χέρια και να περιμένουμε το αναπόφευκτο.Κι όμως σ' αυτον τον άνθρωπο δεν είχε πειραχτεί κανένα από τα ζωτικά του όργα­να.
Τελικά τον εγχειρήσαμε, τον περιθάλψαμε και επέζησε. Την ίδια εκείνη νύχτα, με κάλεσαν για έναν άλλο νεαρό στρατιώτη που είχε εμπλακεί σε φασαρία μ’ ένα συμφαντάρο του. 
‘Ήταν κι οι δύο νηφάλιοι όταν ξεκίνησε ο καυγάς και σε κάποια στιγμή ο ένας τράβηξε μαχαίρι και χτύπησε τον άλλο στον λαιμό, με αποτέλεσμα να του κόψει μία κεντρική αρτηρία. Όταν τον μεταφέραμε στο στρατιωτικό νοσοκομείο, βρισκόταν στα πρόθυ­ρα του θανάτου, είδαμε και πάθαμε να τον επαναφέρουμε στη ζωή… Ένα βαρύ αμάρτημα είναι σαν το μυδραλιοβόλο που προκαλεί θάνατο. Ένα ελαφρύ αμάρτημα είναι σαν το μαχαίρι. Σε σύγκριση μ’ ένα βαρύ μυδραλιοβόλο, τί είναι ένα μαχαίρι; Κι όμως, να που και αυτό μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο ενός ανθρώπου…
Κάθε φορά που δεχόμαστε με νωχέλεια και αδιαφορία τις αμαρτωλές εκείνες παρορμήσεις, τις ροπές και τις τάσεις που μας έλκουν προς την αμαρτία, τη μικρή συγγνωστή αμαρτία, νιώθου­με αδύναμοι να αντισταθούμε και αρχίζουμε να την καλοπιάνουμε, μέχρι αυτή να εγκατασταθεί μέσα μας για τα καλά. Συγκριτικά, ένα βαρύ αμάρτημα μερικές φορές είναι λιγότερο θανάσι­μο . Ένας φονιάς που με καρδιά συντετριμμένη από τη μετάνοια και με φρίκη για την πράξη του εκτίει την ποινή του στη φυλακή, μετατρέποντας τον καιρό της κάθειρξής του σε καιρό θεραπείας, είναι ενδεχομένως σε καλύτερη κατάσταση από χιλιάδες άλλους ανθρώπους που συσσωρεύουν πλήθος μικρών αμαρτιών χωρίς να παρατηρούν ως ποιό βαθμό αυτές τους φθείρουν, τους αφαιρούν κάθε δύναμη αντοχής, κάθε αίσθηση ευθύνης και αξιοπιστίας. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπο­ρούσαμε να πούμε ότι, ανεξάρτητα από τον τρό­πο που διασχίζουμε το ποτάμι της αμαρτίας, ανεξάρτητα από το μέσο που χρησιμοποιούμε για να το διασχίσουμε -πάνω σε βάρκα, από γέφυρα η κολυμπώντας- έχουμε προσχωρήσει στις τάξεις του εχθρού, έχουμε απεμπολήσει τον αληθινό προορισμό μας, έχουμε με ακρίβεια προδώσει τους εαυτούς μας, καθώς πάψαμε να είμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Αυτές είναι οι διαφορετικές προσεγγίσεις που οδηγούν στην αμαρτία.

http://www.agiameteora.net/

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;


Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».
Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις που μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.

Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις. Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό που ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του.

Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη.

Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο; Είναι δυνατό αυτό;
Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πως Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.

Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πως βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού. Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πως η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του.

Χιλιόχρονη πείρα, που παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πως, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη που είναι απρόσιτα σ' άλλους. Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, που μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.

Τότε γίνεται ολοφάνερο πως έφτασε στα όρια, που δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.

http://www.agiameteora.net/

Τι σημαίνει να έχεις φόβο Θεού;


Για τον άπιστο, ο φόβος Θεού είναι ο φόβος της κρίσης του Θεού και αιώνιος θάνατος, που είναι αιώνιος χωρισμός από το Θεό (Λουκάς 12:5, Εβραίους 10:31). Για το πιστό, ο φόβος Θεού είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Ο φόβος του πιστού είναι ευλάβεια προς το Θεό. Το εδάφιο στην προς Εβραίους 12:28-29 είναι μια καλή περιγραφή αυτού:
«Γι' αυτό, παραλαμβάνοντας μια ασάλευτη βασιλεία, ας κρατάμε τη χάρη, διαμέσου τής οποίας να λατρεύουμε ευάρεστα τον Θεό, με σεβασμό και ευλάβεια. Επειδή, ο Θεός μας είναι φωτιά που κατατρώει». Αυτή η ευλάβεια και ο σεβασμός είναι ακριβώς τι σημαίνει φόβος Θεού για τους Χριστιανούς. Αυτό είναι ένα κίνητρο για μας, να παραδοθούμε στο Δημιουργό του Σύμπαντος. 
Στο εδάφιο στις Παροιμίες 1:7 δηλώνει, «Αρχή σοφίας είναι ο φόβος τού Κυρίου.» Μέχρι να καταλάβουμε ποιος είναι ο Θεός και να αναπτύξουμε έναν ευλαβή φόβο γι΄ Αυτόν, δεν μπορούμε να έχουμε αληθινή σοφία. Η αληθινή σοφία έρχεται μόνο με την αντίληψη του ποιος είναι ο Θεός και ότι είναι άγιος και δίκαιος.
Στα εδάφια του Δευτερονομίου 10:12, 20-21 αναφέρει, «Και τώρα, Ισραήλ, τι ζητάει από σένα ο Κύριος ο Θεός σου, παρά να φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου, να περπατάς σε όλους τους δρόμους του, και να τον αγαπάς, και να λατρεύεις τον Κύριο το Θεό σου με ολόκληρη την καρδιά σου, και με ολόκληρη την ψυχή σου. Θα φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου• αυτόν θα λατρεύεις, και σ' αυτόν θα είσαι προσηλωμένος, και στο όνομά του θα ορκίζεσαι. Αυτός είναι το καύχημά σου, κι αυτός είναι ο Θεός σου, που έκανε για σένα αυτά τα μεγάλα και τρομερά, που είδαν τα μάτια σου.» Ο φόβος Θεού είναι η βάση του περπατήματός μας στους δρόμους Του, να Τον υπηρετούμε και ναι, να Τον αγαπάμε.

Κάποιοι επαναπροσδιορίζουν το φόβο Θεού για τους πιστούς ως «σεβασμό» προς Αυτόν. Παρόλο, που ο σεβασμός περιλαμβάνεται στην έννοια του φόβου Θεού, υπάρχει κάτι παραπάνω σ΄ αυτό. Ο βιβλικός φόβος Θεού, για το πιστό, συμπεριλαμβάνει κατανόηση του πόσο ο Θεός μισεί την αμαρτία και να φοβάται την κρίση Του στην αμαρτία – ακόμα και εντός της ζωής ενός πιστού. Τα εδάφια στην προς Εβραίους 12:5-11 περιγράφουν την πειθαρχία του Θεού στο πιστό. Παρόλο που γίνεται με αγάπη (Εβραίους 12:6), εξακολουθεί να είναι ένα φοβερό πράγμα. Ως παιδιά, ο φόβος της πειθαρχίας από τους γονείς μας, χωρίς αμφιβολία απέτρεψε κάποιες κακές πράξεις. Το ίδιο πράγμα πρέπει να ισχύει στην σχέση μας με το Θεό. Πρέπει να φοβόμαστε την πειθαρχία Του, και γι΄ αυτό να επιδιώκουμε να ζούμε τις ζωές μας με τέτοιο τρόπο που να Τον ευχαριστεί.
Οι πιστοί δεν πρέπει να φοβούνται το Θεό. Δεν έχουμε κανένα λόγο να Τον φοβόμαστε. Έχουμε την υπόσχεσή Του ότι τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη Του (Ρωμαίους 8:38-39). Έχουμε την υπόσχεσή Του ότι ποτέ δεν θα μας αφήσει ούτε θα μας εγκαταλείψει (Εβραίους 13:5). Φόβος Θεού σημαίνει να έχουμε τέτοια ευλάβεια γι΄ Αυτόν που να έχει μεγάλη επίδραση στο τρόπο που ζούμε τις ζωές μας. Φόβος Θεού είναι να σεβόμαστε Αυτόν, να υπακούμε Αυτόν, να υποτασσόμαστε στην πειθαρχία Του και να λατρεύουμε Αυτόν με ευλάβεια.

http://www.agiameteora.net/

Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα των Εντολών του Θεού


π. Δημητρίου Μπόκου
Κάποτε τὰ πουλιὰ περπατοῦσαν στὴ γῆ σὰν ὅλα τὰ ζῶα. Μιὰ μέρα ὅμως ὁ Θεὸς τοὺς εἶπε: 
«Πάρτε αὐτὰ τὰ φορτία καὶ πηγαίνετέ τα παραπέρα». Καὶ ἔβαλε πάνω στοὺς ὤμους τους ἕνα βάρος, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὶς δύο φτεροῦγες.
Στὴν ἀρχὴ τὰ πουλιὰ ἔνοιωθαν τὶς φτεροῦγες πράγματι σὰν βάρος, μά, καθὼς προχωροῦσαν, αὐτὸ ὅλο καὶ λιγόστευε. Ὥσπου στὸ τέλος, τὰ φτερὰ ἀπὸ φορτίο ἔγιναν ἡ δύναμη ποὺ τὰ ἀπογείωσε. Ἀντὶ νὰ σηκώνουν τὰ πουλιὰ τὶς φτεροῦγες, σήκωναν οἱ φτεροῦγες τὰ πουλιά. Τὰ φτερὰ ἀπὸ βάρος ἔγιναν ἡ δύναμη ποὺ χάρισε ἀπεριόριστη ἐλευθερία στὰ πουλιά.
Τί θαυμαστὴ ἀλλαγή!

Τὸ ἴδιο κάνει ὅμως καὶ σὲ μᾶς ὁ Θεός. 
– Ἐλᾶτε ἐδῶ, μᾶς λέει. Σκύψτε, γιὰ νὰ βάλω στὸν τράχηλό σας τὸν ζυγό μου. Πάρτε στοὺς ὤμους σας αὐτὸ τὸ βάρος καὶ προχωρῆστε. Μὴν τὸ φοβᾶστε, εἶναι μικρὸ βάρος.
Ὅμως ἐμεῖς; Ἀκοῦμε γιὰ βάρος; Ἀντιδροῦμε ἀμέσως. Ἀδύνατον! Πῶς θὰ ἀντέξουμε νὰ κουβαλᾶμε συνέχεια ἕνα ζυγό; Δὲν μᾶς φτάνουν τὰ βάρη ποὺ μᾶς φορτώνει ἡ ζωή; Πρέπει νὰ μᾶς φορτώνει καὶ ὁ Θεός;
Ποιὰ εἶναι τὰ βάρη τῆς ζωῆς; Τὰ ποικίλα βάσανα καὶ οἱ δυσκολίες της. Καὶ ἐπιπλέον τὰ βάρη ποὺ φορτώνουμε στὸν ἑαυτό μας μὲ τὶς ἁμαρτίες μας.

Ποιὸ εἶναι τὸ βάρος ποὺ μᾶς βάζει ὁ Θεός; Εἶναι ὁ νόμος του, οἱ ἐντολές του. Τὸ φορτίο μὲ τὸ ὁποῖο ὑπόσχεται ὁ Θεὸς νὰ ἐλαφρύνει τὰ ὑπόλοιπα φορτία μας.

– Ἐλᾶτε σὲ μένα, λέει, ὅλοι «οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι» καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω. Γιατὶ τὸ δικό μου φορτίο εἶναι ἐλαφρύ. «Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς» καὶ θὰ βρεῖτε ἀνάπαυση καὶ εἰρήνη στὶς ψυχές σας. Θὰ δεῖτε στὴν πράξη πόσο πράος καὶ ταπεινὸς πατέρας σας εἶμαι. Θὰ γνωρίσετε ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι «ὁ ζυγός μου χρηστός». Εἶναι μαλακὸς στὸν τράχηλο καὶ ὠφέλιμος στὴν ψυχή σας. «Καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. 11,29-30). Ὑπόσχεται ὅτι «αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσὶν» (Α΄ Ἰω. 5, 3).

Ἐμεῖς νομίζουμε πὼς ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀσήκωτο βάρος. Ἕνας τεράστιος κώδικας μὲ ἀτέλειωτες προσταγὲς καὶ ἀπαγορεύσεις. Ὅμως ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι βασικὰ μία καὶ μόνο ἐντολή: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολή… ἣν εἴχομεν ἀπ’ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους. Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἀγάπη, ἵνα περιπατῶμεν κατὰ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ» (Β΄ Ἰω. 5-6). Ὅλες οἱ ἐντολές του συνοψίζονται στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Καὶ πάλι, ἀγάπη εἶναι τὸ νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐντολές του. Γιατὶ τότε μόνο ἐνεργοῦμε σωστὰ ἀπέναντι σὲ ὅλους. Καὶ στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους.

Τὸ βάρος δηλαδὴ ποὺ μᾶς φορτώνει ὁ Θεός, εἶναι ἡ πρόσκληση σὲ ἀγαπητικὴ ἐλεύθερη σχέση πρὸς ὅλους. Οἱ ἐντολές του δὲν εἶναι παρὰ τὰ ἁπλᾶ βήματα στὸ ξεδίπλωμα τῆς σχέσης αὐτῆς. Τὸ ρίσκο μιᾶς σχέσης ἀγάπης εἶναι τὸ βάρος ποὺ βάζει πάνω μας ὁ Θεός. Καὶ στὴν ἀρχὴ φαίνεται ὄντως δύσκολο. Πῶς νὰ τοὺς ἀγαπήσεις ὅλους; Ἀκόμα καὶ τὸν ἐχθρό σου; Μὰ ὅσο προσπαθεῖς, τὸ βάρος ὅλο καὶ λιγοστεύει. «Ὀλίγον ἐκοπίασα καὶ εὗρον ἐμαυτῷ πολλὴν ἀνάπαυσιν» (Σοφ. Σειρὰχ 51, 27). Καὶ στὸ τέλος τὸ βάρος ἐξαφανίζεται ἐντελῶς. Σοῦ γίνεται χαρὰ τὸ ν’ ἀγαπᾶς. Σὲ κάνει νὰ πετᾶς.

Θὰ δέχονταν τώρα τὰ πουλιὰ νὰ τοὺς ἀφαιρέσουμε τὰ φτερά τους; Ποτὲ καὶ μὲ τίποτα. Ἐμεῖς γιατί προτιμᾶμε νὰ σερνόμαστε, ἐνῶ μποροῦμε νὰ πετάξουμε στὰ ὕψη;
Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ «βαρεῖαι οὐκ εἰσίν». Ἔτσι λοιπὸν ἂς τὶς βλέπουμε κι ἐμεῖς. Ὄχι σὰν βάρος, μὰ σὰν φτερὰ ἀνάλαφρα, ποὺ μᾶς ἀνεβάζουν στὸν οὐρανό. Στὸ χέρι μας εἶναι νὰ πραγματοποιήσουμε αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ ἀλλαγή.

http://www.agiameteora.net/

Το Συναξάρι της ημέρας


Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος
Άγιος Γλυκέριος ο γεωργός
Άγιος Γεώργιος ο Κύπριος ο Νεομάρτυρας
Άγιος Ανατόλιος ο στρατηλάτης
Άγιος Πρωτολέων ο στρατηλάτης
Άγιος Αθανάσιος ο από μάγων
Άγιος Ουαλέριος ο Μάρτυρας
Άγιοι Δονάτος και Θερινός οι Μάρτυρες
Άγιος Λάζαρος ο Βοσκός από τη Βουλγαρία
Αγία Πολυχρονία
Όσιος Γεώργιος του Σενκούρσκ

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Η πιο μεγάλη αρρώστια στον άνθρωπο είναι ο χαλασμένος λογισμός του".

Όσιος Παϊσιος Αγιορείτης

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ΙΕΡΑ ΠΑΝΥΓΗΡΙΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


Την Πέμπτη 23 Απριλίου ε.ε. εορτή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου πανηγυρίζει η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015
7.00 μ.μ. Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός.

Πέμπτη 23 Ἀπριλίου 2015
7.00 π.μ. Όρθρος της εορτής και εν συνεχεία Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ε Ι Ρ Η Ν Α Ι Ο Υ.

Εκ της Ιεράς Μονής.

Η πηγή με τα δύο νερά είναι ο άνθρωπος


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

 Με το ένα νερό ζωντανεύει, με το άλλο νεκρώνει. Μ’ ένα πλένει, με το άλλο λερώνει. Και τα δύο νερά ρέουν ἀπό το ίδιο στόμα. Ο ἂνθρωπος μπορεῖ με το στόμα να παινεύη την αρετή, αλλά μπορεί και να τη μαλώνη, μπορεί να δοξάζη τον Θεό, αλλά μπορεί και να Τον υβρἰζη, μπορεί να σηκώση τον πεσμένο, αλλά μπορεί και να ρίξη τον όρθιο, μπορεί να ενθαρρύνη, αλλά μπορεί και να αποδυναμώση, μπορεί να οδηγήση, αλλά μπορεί και να αποπλανήση.

Στο βιβλίο του σοφού γιού του Σειράχ είναι γραμμένο: «Εὰν φυσήσης εις σπινθήρα, εκκαήσεται και εάν πτύσης επ’ αυτόν, σβεσθήσεται͘ και αμφότερα εκ του στόματος σου εκπορεύεται» (Σοφ. Σειρ.28,12).
 Η Μαρία, αδελφή του Μωυσή, έψελνε δοξολογία στον Θεό όταν έσωσε τον λαό Του και βύθισε τον Φαραώ λέγοντας: «Άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται» (Εξ. 15, 21). Η ίδια Μαρία αργότερα αυθαδίαζε εναντίον του αδελφού της Μωυσή από. Και γι’ αυτό τιμωρήθηκε από τον Θεό, και έγινε λεπρή. Βλέπετε, πως από ένα στόμα βγαίνει και το καλό και το κακό;

Γι’ αυτό, χριστιανέ, να είσαι συνεπής στο καλό. Και όταν βλέπεις τον δίκαιο, μην σβήνεις με το φτύσιμο τη δικαιοσύνη του, αλλά φύσα και αναζωπύρωσε τη θεϊκή σπίθα μέσα του, ώστε να είναι όσο περισσότερο γίνεται φωτεινότερη.

Και όταν βλέπεις ότι ο αμαρτωλός μετανοεί, μην αναφέρεις τις αμαρτίες για τις οποίες μετανόησε εκείνο πού αυτός πετά από πάνω του, τα κουρέλια της αμαρτίας, μην τα πετάς πάλι επάνω του διότι ἡ αμαρτία του θα πέση πάνω σου και θα δικαστής σαν να την έκανες εσύ και όχι αυτός. Μην λερώνεις εκείνον πού άρχισε να πλένεται, αλλά βοήθησέ τον να πλυθή. Μην φοβερίζεις εκείνον πού κατευθύνθηκε στον δρόμο της αρετής, αλλά ενθάρρυνέ τον. Αφού σύμφωνα με αυτά πού βγαίνουν από το στόμα σου σ’ αυτόν τον κόσμο, θα δικαστείς στη φοβερή δίκη του Θεού.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς,
Από το  βιβλίο: Δεν φτάνει μόνο η πίστη… Ιεραποστολικές επιστολές Β΄

...δεν ονομάζεται πλέον θάνατος, αλλά ύπνος και κοίμηση


Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Εις το όνομα του Κοιμητηρίου
ΕΠΕ 35,636-650

Πολλές φορές συζήτησα με τον εαυτό μου, για ποιόν λόγο τάχα οι πατέρες μας παρέβλεψαν τους άλλους ναούς, που έχουμε στις πόλεις, και όρισαν να εκκλησιαζόμαστε σήμερα εδώ έξω από την πόλη. Νομίζω όμως πως το έπραξαν αυτό όχι χωρίς σκέψη ή τυχαία. Γι’ αυτό και στη συνέχεια ερεύνησα να βρω την αιτία. Ανεκάλυψα όμως ότι με τη χάρη του Θεού είναι δίκαιη, εύλογη και ταιριαστή με την παρούσα εορτή…

Πρόσταξε ο απόστολος Παύλος κι εμείς υπακούσαμε και βγήκαμε έξω από την πόλη.
Για ποιο λόγο όμως ερχόμαστε σε τούτον το ναό του μάρτυρα κι όχι σε κάποιον άλλον; Διότι με την χάρη του Θεού η πόλη μας είναι από κάθε πλευρά περιτειχισμένη με Ιερά Λείψανα αγίων. Γιατί πάλι οι πατέρες μας όρισαν να συναζόμαστε σε τούτο κι όχι σε άλλο μαρτύριο; Διότι εδώ  είναι θαμμένοι πολλοί κεκοιμημένοι.
Επειδή ο Ιησούς σαν σήμερα κατέβηκα στους νεκρούς γι’ αυτό κι εμείς συγκεντρωνόμαστε εδώ. Γι’ αυτόν τον λόγο ο τόπος αυτός ονομάζεται κοιμητήριο. Για να μάθεις ότι πόσοι πέθαναν και θάφτηκαν σε τούτον τον τόπο , δεν πέθαναν , αλλά πλάγιασαν και κοιμήθηκαν.

Προτού να έλθει ο Χριστός ο θάνατος ονομαζόταν θάνατος. Λέγει, «κατά την ημέρα που θα φάτε από τον καρπό του δέντρου αυτού , θα πεθάνετε»(Γένεσι 2,17). Και σε άλλο σημείο λέγει, «ο άνθρωπος που αμαρτάνει θα πεθάνει» (Ιεζεκιήλ 18,20). Κι ο  Δαβίδ λέγει, «ο θάνατος των αμαρτωλών είναι κουραστικός» (Ψαλμός 33,22). Και σε άλλο σημείο «Τίμιος ενώπιον του Κυρίου είναι ο θάνατος των οσίων του» (Ψαλμός 115,6). Και ο Ιώβ λέγει, «ο θάνατος για τον άνθρωπο είναι ανάπαυση» (Ιωβ 3,23)
Όχι όμως μόνο θάνατος αλλά και Άδης ονομάζεται . Άκουσε και τον Δαυίδ να λέγει, «ο Θεός όμως θα λυτρώσει την ψυχή μου από τον Άδη , όταν θα με πάρει». (ψαλμός 48,16 και Ιώβ 17,16). Τέλος ο Ιακώβ λέγει, «Θα κατεβάσετε τα γηρατειά μου με πολλή λύπη στον Άδη» (Γένεσι 42,38).

Αυτά τα ονόματα είχε ο θάνατος  μας προτού να έλθει ο Χριστός . Αφότου όμως ήλθε ο Χριστός και σταυρώθηκε για την σωτηρία του κόσμου , δεν ονομάζεται πλέον θάνατος, αλλά ύπνος και κοίμηση. Το ότι όμως καλείται κοίμηση, αποδεικνύεται από όσα είπε ο Χριστός, «ο Λάζαρος ο φίλος μας εκοιμήθη» (Ιωάννου 11,11). Δεν είπε «απέθανε», αν και ήταν νεκρός. Για να μάθεις όμως ότι το όνομα της κοιμήσεως ήταν άγνωστο , πρόσεξε πως ταράσσονται οι μαθητές και τι απαντούν. 

«Κύριε, αν εκοιμήθη, θα αναλάβει τις δυνάμεις του» (Ιωάννου 11,12). Τόσο δεν γνώριζαν τι τους έλεγε. Και ο Παύλος λέγει σε κάποιους, «Άρα όσοι εκοιμήθησαν , χάθηκαν» (Ά Κροινθίους 15,18).Και σε άλλο σημείο λέγει για τους νεκρούς, «Εμείς οι ζώντες λέγει δεν θα προφτάσουμε τους κοιμηθέντες» (Ά Θεσσαλονικείς 4,15). Και πάλι αλλού, «Ξύπνα συ που κοιμάσαι». Για να δείξει όμως ότι αναφέρεται σε νεκρό , πρόσθεσε, «Και αναστήσου από τους νεκρούς» (Εφεσίους 5,14).
Πρόσεχε λοιπόν ότι παντού ο θάνατος ονομάζεται ύπνος, γι αυτό και ο τόπος τούτος ονομάζεται κοιμητήριο. Είναι χρήσιμο το όνομα για μας και γεμάτο με πολλά νοήματα. Γι αυτό όταν φέρεις εδώ ένα νεκρό  μην ολοφύρεσαι. Δεν τον έφερες στον θάνατο αλλά για να κοιμηθεί. Ακόμη και το όνομα σου είναι αρκετό για παρηγοριά της συμφοράς. 

-Μάθε, που τον φέρεις.
-Στο κοιμητήριο.
-Και πότε τον φέρεις;
-Μετά από τον  θάνατο του Χριστού, που κόπηκαν τα νεύρα του θανάτου.

Ώστε λοιπόν μπορούμε να λάβουμε πολλή παρηγοριά από τον τόπο αλλά και από το καιρό. Ο λόγος μας απευθύνεται ιδιαίτερα προς τις γυναίκες  επειδή  θλίβονται περισσότερο και γλιστρούν εύκολα στην αθυμία. Τώρα όμως έχεις ως δυνατό φάρμακο κατά της αθυμίας το όνομα του κοιμητηρίου. Γι’ αυτόν τον λόγο συναζόμαστε εδώ.   

«Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου»


Αγ. Νεοφύτου του Εγκλεἰστου

 «Και πώς», κάποιος διερωτάται, «θα υποβάλλω τα αιτήματά μου, όντας εγώ αγροίκος, χωρικός κι απαίδευτος;»
-Γι’ αυτού του είδους τα αιτήματα δεν σου χρειάζονται λογοτεχνικές ικανότητες, παρά μονάχα απλότητα. Ας επιστρέψουμε, όπως έκαμε ο άσωτος υιός. Ας στενάξουμε, όπως στέναξε ο τελώνης. Άς χύσουμε δάκρυα μετανοίας όπως η πόρνη και, όπως ο ληστής, ας φωνάξουμε: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Πού βλέπεις το δύσκολο και το πολύπλοκο σ’ αυτά τα τόσο άπλα λόγια;
«Ναι», αποκρίνεται, «αλλ’ εγώ δεν βλέπω τον εαυτό μου να ‘ναι συσταυρωμένος με τον Κύριο. Πώς, λοιπόν, να επαναλάβω του ληστή τα λόγια;»
-Τί λέγεις, άνθρωπε; Θέλεις κάθε μέρα να βλέπεις σταυρωμένο τον Χριστό; Τίποτε δεν σ’ εμποδίζει κάθε μέρα να στρέφεις το βλέμμα της διάνοιας και ν’ αντικρίζεις την σωτήρια σταύρωση και στη συνέχεια να λέγεις; «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου».

-Αυτός, όμως, ξαναρωτά και λέγει: «Πώς κάθε μέρα σταυρώνεται ο Χριστός, για να τον βλέπω με τρόπο νοερό»;
-Δεν λέγω, να τον βλέπεις κάθε μέρα σταυρωμένο, αλλά κάθε μέρα νοερά να βλέπεις την σωτήρια σταύρωση, που τότε, μια και για πάντα, έγινε, και να λέγεις συχνά και ολόκαρδα: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Αλλά και όταν σταυρώσουμε τον αμαρτωλό εαυτό μας «μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες μας», όπως λέγει ο θείος και μακάριος Παύλος, τότε κι εμείς συσταυρωνόμαστε μαζί του και μπορούμε να λέμε: «θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Βλέπεις αυτό το σύντομο και εύκολο αγιογραφικό κείμενο πόσην ωφέλεια προξενεί;

  -Δεν είπε: Συγχώρησέ μου, Κύριε, τις ληστρικές αισχρουργίες, τους φόνους, τους δόλους, τις αρπαγές, τις ωμότητες, και τις μύριες εκείνες μιαρότητες, αλλά «θυμήσου με, Κύριε». Κι ούτε τη θύμηση αυτή την ζητώ αμέσως, αλλά τότε.
 Όταν οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευθούν. Όταν θα έλθεις με τρόπο εμφανή. Όταν ,το ανέκφραστο φως της δικής σου παρουσίας σαν αστραπή θα φανεί ταυτόχρονα από την ανατολή μέχρι και τη δύση. 
Όταν θα ηχήσει μεγαλόφωνα η σάλπιγγα και οι νεκροί θ’ αναστηθούν. 
Όταν θα εξαποστείλεις τους αγίους σου αγγέλους να συναθροίσουν τους διαλεχτούς σου κι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τότε, αφού παρουσιασθεί πια η βασιλεία σου, θυμήσου με, Κύριε. Μη με λησμονήσεις γιατί είμαι ληστής, αλλά «θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου».
 Όταν οι στρατιές των αγγέλων θα διασχίζουν όλη την υφήλιο και θα συνάγουν τους διαλεκτούς σου από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, μη με λησμονήσεις, εξαιτίας των ληστρικών μου έργων, αλλά, «θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου». 

Δεν ζητώ περισσότερα απ’ αυτό, αφού δεν πρόλαβα καν να μετανοήσω, για τα φοβερά εκείνα ατοπήματα μου– γι’ αυτό συνελήφθηκα και, σαν ληστής, σταυρώθηκα, ώστε και σύ, Κύριε, που είσαι ανώτερος από κάθε δικαιοσύνη, να συγκαταλεχθείς μαζί με τους ανόμους. Έτσι και μ’ αυτή σου τη συγκατάβαση, με τρόπο υπεράξιο, παραβλέπεις την αισχρότητα των έργων μου, και με καθιστάς άξιο, να με θυμηθείς στη βασιλεία σου. 

Όταν χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες των ουρανίων δυνάμεων, μ’ αισθήματα τρόμου,σε κυκλώνουν.
 Όταν θα καθίσεις στον περίδοξο θρόνο, σαν βασιλιάς των ουρανίων δυνάμεων κι όλης της οικουμένης, τότε θα συναχθούν μπροστά σου όλα τα έθνη. 
Τότε θα τους χωρίσεις, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια. 
Τότε θα στήσεις τα πρόβατα στα δεξιά σου και τα ερίφια στ’ αριστερά σου. Πώς, επομένως, να μην είναι παμμέγιστο γεγονός, να θυμηθείς τότε, βασιλιά των όλων, έμενα, ένα αχρείο και άχρηστο ληστή;

 Κι Αυτός του αποκρίνεται! Από που έμαθες, ληστή, ότι εγώ είμαι βασιλιάς; Τί βλέπεις σ’ έμενα αντάξιο της βασιλικής μου εξουσίας;
Πού βλέπεις βασιλικό μανδύα να με περιβάλλει; Πού τα στρατεύματα και τα χρυσοκόλλητα άρματα; Πού οι δορυφορούντες συνοδοί, οι επιβολείς της βασιλικής ευταξίας; 
Πού τα παλάτια και τα περίλαμπρα σπίτια κι όλα τα γνωρίσματα της βασιλείας; Πώς ονομάζεις, κάποιο, βασιλιά, που δεν έχει πού να κλίνει το κεφάλι και που σταυρωμένος βρίσκεται σαν κακούργος μεταξύ δύο ληστών; 
Αλλά και ποιούς νόμους μελέτησες ή ποιές προφητείες, ευνοϊκές για μένα, διάβασες, ώστε να μάθεις να με καλείς βασιλιά; 

Όταν στάθηκα μπροστά στον Πιλάτο και λίγο νωρίτερα μπροστά στον Καϊάφα, με δική μου θέληση φανέρωσα, τότε, το αποκρυμμένο τούτο μυστήριο. Στον ένα είπα:
 «…σύντομα θα δείτε τον Υιό του Ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Θεού και να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού». Και στον άλλο: 
«Αν η βασιλεία μου προερχόταν απ’ αυτόν τον κόσμο, οι στρατιώτες μου θα αγωνίζονταν να μην πέσω στα χέρια των Ιουδαίων. Η δική μου βασιλεία δεν προέρχεται από εδώ». Εκείνοι τ’ άκουσαν, έμειναν όμως άπιστοι. Συ, φυσικά, δεν τ’ άκουσες αυτά, γιατί, ληστής όντας και κακούργος, βρισκόσουνα φυλακισμένος. Από πού, λοιπόν, με ξέρεις και αναγνωρίζεις, σαν βασιλιά, και ζητάς να σε θυμηθώ και να σε κάμω άξιο της βασιλείας μου;

-«Δεν έμαθα», άπαντα ο ληστής, «το παραμικρό από ανθρώπους, ώστε να σε ξέρω σαν βασιλιά, σαν Θεό, υιό ομοούσιο με τον αθάνατο βασιλέα Θεό Πατέρα.
 Όμως και μόνο η συγκλονιστική αλλοίωση των στοιχείων της φύσης, την ώρα αυτή, διδάσκει πασιφανέστατα, ότι συ είσαι ο βασιλιάς και κτίστης και συνοχέας όλης της δημιουργίας.
 Γι’ αυτό και συμπάσχουν τα κτίσματα με τον Κτίστη. Σαν αντίκρισε το φως της μέρας, σταυρωμένο Σε, το φως το αληθινό, που ήρθε στον κόσμο και φώτισε τον καθένα, μένοντας πιστό και υπάκουο σ’ Εσένα, απέκρυψε τις φωτεινές ακτίνες του κι η πλάση βυθίστηκε μέσα στο σκοτάδι.
 Τότε και η γη τρόμαξε, παρόμοια, βλέποντας κρεμασμένο στο σταυρό Αυτόν, που την θεμελίωσε στα νερά των θαλασσών απάνω. Αλλά κι οι πέτρες σχίσθηκαν, βλέποντας Σε, την «πέτρα» της ζωής, να πάσχεις. Και οι τάφοι διανοίγονται, για χάρη Σου, που σε λίγο πρόκειται εκουσίως να τοποθετηθείς στον τάφο και νεκροί, για Σε, θ’ αναστηθούν, σαν προάγγελοι της ανάστασης.
 Το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από πάνω μέχρι κάτω, μη υποφέροντας να βλέπει σταυρωμένο τον ναό του πανάσπιλου παναγίου σου σώματος. Αντικρίζοντας όλα αυτά, ολόψυχα, σου φωνάζω: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία Σου».

Και ο Κύριος του λέγει: «Σε βεβαιώνω πως σήμερα, κιόλας, θα είσαι μαζί μου στο παράδεισο». 
Σαν άνθρωπος, εκουσίως, στον σταυρό κρεμάσθηκα και σαν Θεός απερίγραπτος βρίσκομαι στον παράδεισο και παντού.
 Σαν άνθρωπος πεθαίνω και θάπτομαι και στον άδη κατέρχομαι, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». Το σώμα μου θα καθαγιάσει τους τάφους, η ψυχή μου θα ελευθερώσει τις ψυχές των πιστών από τον άδη, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». 
Εγώ θεληματικά πηγαίνω στον άδη, για να λυτρώσω τους εκεί δέσμιους και ν’ αναστήσω, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». Εκεί, στον άδη, βρίσκεται δέσμιος, όχι μόνο ο πρωτόπλαστος Αδάμ, αλλά και όλο το πλήθος των δικαίων, ακόμη κι ο πιο μεγάλος από όλους και ανώτερος από τους προφήτες.

 Κι αν ο μέγας Ιωάννης, ο Βαπτιστής και Πρόδρομος και προφήτης, δεν διέφυγε του άδη την τυραννία, ποιός άλλος απ’ τους δικαίους μπορούσε να την αποφύγει; Γι’ αυτό σπεύδω να τους απολύσω, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». 
Μέχρι τώρα ο τύραννος, δικαίους και ανεύθυνους, κατείχε σαν υπεύθυνους, αλλ’ από τώρα πια, μήτε τον μετανοημένο ληστή θα μπορεί να κρατεί στην τυραννία του. Ο άδης θα ‘ναι στο έξης κάτω από το βάρος της ευθύνης του «και συ μαζί μου θα ‘σαι σήμερα στον παράδεισο». Απ’ εκεί ο Αδάμ, ο θεόπλαστος και πρωτόπλαστος, εξορίσθηκε, αλλά συ ο ληστής, πριν απ’ όλους, εισάγεσαι· απ’ αυτό όλοι θα καταλάβουν, ότι, όχι ο τόπος αλλ’ ο τρόπος σώζει τον άνθρωπο. Ο αμαρτωλός δεν πρέπει ν’ απελπίζεται, έστω κι αν κατάντησε ληστής, αρκεί να μετανοήσει θερμά. Μήτε, όμως, ο δίκαιος να υπερφρονεί, έστω κι αν πέτυχε τα θεοκατόρθωτα και κατέχει τον παράδεισο σαν τόπο διαμονής του.

Μάθαμε πόσο μεγάλο αγαθό συνιστά ετούτη η ευχή; Προσέξαμε τί θησαυρό περιλαμβάνει μέσα στη λακωνικότητά της.

  Επομένως και εμείς ας διδαχθούμε, ολόκαρδα καθ’ εαυτούς να λέμε, «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου». 
Κι αν ένας είναι καλλιεργητής, ενώ αροτριά, κι αν είναι βοσκός, την ώρα που βόσκει το κοπάδι του, κι αν άλλος περιποιείται τ’ αμπέλια ή τα περιβόλια του, ή άλλος είναι χειροτέχνης, κι αν επιβαίνει πάνω σ’ άλογο, κι αν πεζοπορεί, μπορεί να λέγει: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». 
Τούτο, νομίζω, σημαίνει και το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού» και το «ζητάτε και θα σας δοθεί· ψάχνετε και θα βρείτε, κι όποιος κτυπά του ανοίγουν. Γιατί όποιος ζητά λαβαίνει κι όποιος ψάχνει βρίσκει κι όποιος κτυπά του ανοίγουν».

Μακάρι κι εμείς, αντάξια να ζητούμε και να λαμβάνουμε, να ψάχνουμε και να βρίσκουμε την οδό της ζωής. Αυτή, ταχύτατα να τη διαβούμε για να φθάσουμε γρήγορα να κτυπήσουμε για να μας ανοιγεί η πόρτα της αιωνιότητας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Σ’ Αυτόν μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα τώρα και πάντοτε και σ’ όλη την αιωνιότητα. Αμήν.

(Αγ. Νεοφύτου του Εγκλείστου, Λόγος Δ΄-Απολογητικός και περί του ληστού)