Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Η Κυριακή Γ´ Λουκά στη Μονή Επανωσήφη (Φώτο)

Φωτοστιγμές από την Θεία Λειτουργία της Κυριακής Γ´ Λουκά στην Ιερά Μονή 
Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη.




















Από την δοκιμασία, στην αγάπη του Θεού


(Αγ. Ιγνάτιος Μριαντσανίνωφ)
[...] Η ψυχή [πού] δέχεται τη δοκιμασία σαν θεραπεία των ασθενειών της. Ευγνωμονεί το Θεό και Του ψάλλει: «Βάλε με, Κύριε, σε δοκιμασίες, βάλε με σε πειρασμούς, βάλε φωτιά στις σκέψεις μου και στην καρδιά μου». Έτσι ας αντιμετωπίζουμε τις δοκιμασίες. Για τους ανθρώπους και τα άλλα όργανα των δοκιμασιών μας ας μη νιώθουμε καμιά κακία, καμιά εχθρότητα. Η ψυχή που δοξολογεί τον Πλάστη της, η ψυχή που ευγνωμονεί τον ουράνιο Γιατρό, πλημμυρισμένη από ανέκφραστα αισθήματα, αρχίζει να ευλογεί τα μέσα της θεραπείας της.

Καί νά! Ξάφνου ανάβει μέσα της η αγάπη πρός τούς εχθρούς. Τότε ο άνθρωπος είναι έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του για τον εχθρό του, θεωρώντας μάλιστα πως αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα θυσία αλλά υποχρέωση, υποχρέωση ανάξιου δούλου. Από τώρα ο ουρανός είναι ανοιχτός. Μπαίνουμε στην αγάπη πρός τον πλησίον και μέσω αυτής στην αγάπη πρός το Θεό. Βρισκόμαστε στο Θεό και ο Θεός βρίσκεται σ’ εμάς. Να τι θησαυρό περιέχει η πίστη, η μεσίτρια και χορηγήτρια της ελπίδας και της αγάπης. Αμήν.

Έρημος Αγίου Σεργίου, 1840

Πηγή: Άγιος Ιγνατίος Μπριαντσανίνωφ, «Ασκητικές Εμπειρίες». Εκδ.: Ι. Μ. Παρακλήτου. Ωροπός Αττικής
Πηγή: http://synaxipalaiochoriou.blogspot.gr/ 

Γιατί με χτυπάει ο Θεός;


Γνωρίζουμε ότι η υπομονή είναι πολύτιμη αρετή, που μας καθιστά αρεστούς στον Θεό. Αλλά η άσκηση της υπομονής δεν είναι καθόλου εύκολο κατόρθωμα. Θέλει βέβαια επιστράτευση ψυχικών δυνάμεων. Θέλει οπωσδήποτε θερμή και πολλή προσευχή για να έλθει η χάρις του Θεού και να δυναμώσει την ψυχή. Αλλά θέλει και σκέψεις πνευματικές, για να παρηγορείται και να ενισχύεται η ψυχή.

Ένα γεγονός θα σου διηγηθώ, αδελφέ, που συνέβη κάποτε και έχει γραφεί και δίδει την ευκαιρία πολλών σκέψεων για να απαντηθεί το ερώτημα, γιατί ο Θεός επιτρέπει τους πόνους στη ζωή μας;

Κάποτε, ενώ ήταν χειμώνας και νύχτα, ναυάγησε ένα μικρό αλιευτικό πλοιάριο στια ακτές του Καναδά. Ο πλοίαρχος και ο γιος του, μοναδικοί επιβάτες του μικρού αλιευτικού , βγήκαν στην ακτή κολυμπώντας ,με βρεγμένα ρούχα και σε άσχημη κατάσταση. Γλύτωσαν από τον κίνδυνο του πνιγμού. Τώρα όμως θα πέθαιναν από το κρύο και τα βρεγμένα ρούχα. Ενώ ο πατέρας βρισκόταν σε απόγνωση, είδε, στο βάθος του δάσους που εκτεινόταν μπροστά τους, ένα αμυδρό φως. Ήταν η μοναδική ελπίδα.

Το μέρος ήταν έρημο και άγνωστο. Πουθενά δεν φαινόταν κάποια κατοικία. Πατέρας και γιος άρχισαν λοιπόν να βαδίζουν προς το αμυδρό φως που έβλεπαν στο δάσος τρέμοντας, βέβαια, από το κρύο, καθώς ήταν μούσκεμα. Εάν έφθαναν εγκαίρως στο φως και έβρισκαν κάποια περιποίηση, θα γλύτωναν το βέβαιο θάνατο.

Εκεί όμως που βάδιζαν, ο γιος άρχισε να μουδιάζει, γατί τα βρεγμένα ρούχα και το πολύ κρύο τον πάγωναν. Το βάδισμά του έγινε πολύ δύσκολο και διέτρεχε τον κίνδυνο να μουδιάσουν τα πόδια του περισσότερο και να μην μπορούν να βαδίσουν καθόλου. Ο πατέρας κοίταζε να ενισχύσει το παιδί του και να το ενθαρρύνει, ώστε να συνεχίσει να περπατά. Μα δυστυχώς το μούδιασμα των ποδιών αυξανόταν και η δυσκολία του βαδίσματος γινόταν δυσχερέστερη.

Τότε ο πατέρας σοφίστηκε το εξής τέχνασμα: απέσπασε ένα κλαδί από ένα δένδρο που βρέθηκε δίπλα του˙ με το κλαδί αυτό άρχισε να χτυπά τα πόδια του παιδιού , το οποίο δεν μπορούσε πια σχεδόν καθόλου να βαδίσει. Ο γιος διαμαρτυρήθηκε στην αρχή γιατί τον χτυπούσε ο πατέρας. Και ο πατέρας, με πονεμένη αλλά στοργική φωνή, του απάντησε: 

- Παιδί μου, πρέπει να βαδίσεις! Νίκησε το μούδιασμα των ποδιών σου και προχώρα! 

- Πατέρα, δεν μπορώ! Φώναξε το παιδί. Τα πόδια μου μουδιάζουν όλο και περισσότερο! 

Τότε ο πατέρας έσφιξε την καρδιά του και άρχισε να χτυπά στα πόδια το παιδί του πολύ δυνατότερα. Τα πόδια του παιδιού μάτωσαν, αλλά εξαναγκάστηκε να βάλει τα δυνατά του και να συνεχίσει το περπάτημα. Τελικά, κουτσαίνοντας και με μόχθο, έφθασε μαζί με τον πατέρα του στο σπιτάκι στο οποίο έβλεπαν το φως.

Ήταν ματωμένα τα πόδια του και πληγιασμένα από το ράβδισμα με την κλάρα, που είχε αποσπάσει ο πατέρας από το δέντρο.

Το παιδί βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, αλλά ήδη είχαν φθάσει στο σπίτι. Εκεί απόλαυσαν αμέσως τη στοργή και την περιποίηση. Και έτσι σώθηκαν, πατέρας και γιος, από το βέβαιο θάνατο.

Τι έκανε ο πατέρας; Θλιβερό καθήκον! Εξαναγκάστηκε να χτυπά το παιδί του στα πόδια δυνατά για να το αναγκάσει να φτάσουν στο σπίτι της σωτηρίας. Πικρό το μέσο, αλλά σωτήριο για τη ζωή τους.

Αυτό γίνεται πολλές φορές στη ζωή. Ο Θεός Πατέρας που μας αγαπά, θέλει οπωσδήποτε τη σωτηρία μας. Κάποτε εμείς οι άνθρωποι αμελούμε και κωφεύουμε στη φωνή Του. Και τότε ο Θεός Πατέρας από στοργή επιτρέπει κάποιο μαστίγωμά μας, για να ξυπνήσουμε από το λήθαργο ψυχική αμέλειας και να αφυπνιστούμε πνευματικά. Επιτρέπει ο Θεός θλίψεις και δοκιμασίες για πνευματική μας ωφέλεια. «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Παροιμ. γ, 12). Πικρό το ποτήριο του πόνου, αλλά σωτήριο.

Αδελφέ μου, τίποτε δεν γίνεται τυχαία. Το ότι ο Θεός επέτρεψε αυτή τη δοκιμασία την οποία περνάς, σημαίνει ότι έχει το σοφό σχέδιό Του. Είναι για το καλό σου. Δέξου τη θλίψη σαν επίσκεψη Θεού. Υποτάξου στο θέλημα του Θεού. Παρακάλεσε μεν τον Θεό να σε βγάλει από τη δοκιμασία και να σου πάρει τον πόνο. Και παρακάλεσε και πάλιν και πολλάκις, με επιμονή και πίστη, να σου αφαιρέσει ο Θεός την δοκιμασία. Αλλά, αν η αγαθότης Του δεν σου αφαιρεί τη θλίψη, δείξε υπομονή και υποταγή. Ειπέ μες στην καρδιά σου: « Κύριε, γενηθήτω το θέλημά Σου. Όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις Εσύ». Ειπέ μαζί με τον Κεμπήσιο Θωμά: «Κύριε, αν θες να είμαι στο φως, έσο ευλογημένος. Εάν θες να μην είμαι στο φως, πάλιν έσο ευλογημένος. Εάν θες να έχω χαρά, έσο ευλογημένος. Εάν θες να έχω θλίψη και δοκιμασία, πάλιν έσο ευλογημένος». Η υπομονή σου, αδελφέ μου, και η υποταγή σου στον Θεό ανεβαίνουν ως θυμίαμα ενώπιον του θρόνου της θείας χάριτος. 

Είναι άπειρα τα παραδείγματα ανθρώπων που σώθηκαν από βέβαιη ψυχική καταστροφή με το ξύπνημα το πνευματικό, που τους έφερε μια δοκιμασία στη ζωή. Άκουσα με τα αυτιά μου κάποιους να λέγουν: «Έχασα την υγεία μου, αλλά βρήκα την υγεία της ψυχής μου. Και είμαι ευτυχής» ή «Γνώρισα τον Θεό μέσα από τη θλίψη και τη δοκιμασία. Ήμουν βουτηγμένος στην αμαρτία και ο Θεός επέτρεψε να χάσω το εμπόριό μου και να βυθιστώ στην φτώχεια. Μα άνοιξαν τα μάτια μου στο φως της πίστεως! Και ζω τώρα πολύ φτωχότερα, αλλά πολύ περισσότερο ευτυχισμένος».

Επίσης, είδα πολλές φορές στη ζωή μου πονεμένους και πενθούντας για τον θάνατο προσφιλών τους προσώπων ανθρώπους, οι οποίοι ζούσαν ως τότε τελείως ξένοι προς την Εκκλησία, μετά όμως από το φρικτό φαρμάκι του πόνου, τους είδα να αλλάζουν τρόπο ζωής, να αφυπνίζονται πνευματικά, να ενδιαφέρονται για τη μετά θάνατον ζωή, που ως τότε δεν τους είχε απασχολήσει, να βρίσκουν την παρηγοριά τους στην Εκκλησία και να σώζονται πνευματικά.

Το σχέδιο του Θεού στη ζωή μας, αδελφέ μου, είναι σοφό και στοργικό. Να τα δεχόμαστε όλα από το χέρι του Θεού με υποταγή, ταπείνωση και πιστότητα στην αγάπη Του. Υπάρχουν στιγμές που είναι συμφέρον για εμάς κάποιος πόνος ή κάποια δοκιμασία . Εμεί είμαστε πολλές φορές κοντόφθαλμοι. Ο Θεός βλέπει πολύ μακρύτερα από εμάς.

Έχω δει πλειστάκις και στην προσωπική μου ζωή, κάτω από μια δοκιμασία να κρύβεται μεγάλη ψυχική ωφέλεια. Έχω δει το χέρι του Θεού πολλές φορές στη ζωή μου, αδελφέ, άλλοτε να με θωπεύει και άλλοτε να με χαστουκίζει. Όμως πάντοτε είδα ότι το χέρι ήταν στοργικό και αποβλέπει στη δική μου σωτηρία. 

Πηγή: Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς Καλλινίκου Καρούσου, «Για σένα που πονάς». Εκδ.: Χρυσοπηγή eisdoxantheou-gk.blogspot.gr
Πηγή: http://synaxipalaiochoriou.blogspot.gr/ 

Τον εξανάγκασε τον Θεό...


    Νὰ σοῦ πῶ, παιδάκι μου, γιὰ νὰ δεῖς τί δύναμη ἔχει ἡ πίστη καὶ νὰ μὴ μεμψιμοιρεῖς ὅτι οἱ μέρες μας εἶναι δύσκολες, δουλειὲς δὲν ὑπάρχουν καὶ τί θὰ γίνουμε αὔριο ἔτσι ποὺ πᾶμε...
     Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἄρχισε ὁ γέροντας Πνευ­ματικὸς νὰ διηγεῖται στὸ πνευματικοπαίδι του μιὰ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ κάποιον θεοφοβούμενο ἄνθρωπο παλαιὰ στὴ Μυτιλήνη.
     –Ποὺ λές, Μιχάλη τὸν λέγανε. Τὸν ἤξερα ἐγὼ προσωπικά. Στὴ Μυτιλήνη ζοῦ­σε, σ’ ἕνα κεφαλοχώρι. Ἄνθρωπος τί­­μιος, ἐργάτης, μὲ φόβο Θεοῦ πάνω του. Οἰκοδόμος ἦταν. Μεροδούλι - μεροφάι. Ὅλη τὴ μέρα στὴ δουλειά, καὶ τὸ βρά­δυ στὸ σπίτι, στὴν οἰκογένειά του. Εἶ­χε γυναίκα καὶ ὀχτὼ παιδιά. Οὔτε ἕνα, οὔτε δύο. Ὀχτὼ τοῦ Θεοῦ τὰ εἶχε. Ἡ γυναίκα του δὲν ἐργαζόταν. Καὶ νά ’θελε, ποῦ νὰ εὐκαιρήσει μὲ ὀχτὼ παιδιά; Ἕνα ἡμερομίσθιο, καὶ μ’ αὐτό, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τά ’βγαζαν πέρα. Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός.
    Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός, γιατὶ ἐκεῖνοι δὲν Τὸν ἄφηναν. Κατάλαβες; Ἦταν θεοσεβούμενη οἰκογένεια ἡ οἰκογένεια τοῦ κυρ-Μιχάλη, παιδί μου. Ἀπὸ τὴν ἐκ­κλη­σία δὲν ἔλειπαν Κυριακές, γιορτές, καὶ στὴ ζωή τους πολὺ προσεκτικοί. Καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἐπιπλέον, ὅσο μπο­ροῦ­σαν. Τί νὰ μποροῦσαν δηλαδή; ἀπ’ τὸ ὑ­στέρημά τους οἱ ἄνθρωποι... Κυλοῦσε ἡ ζωή τους ἥσυχα, κι αὐτοὶ δόξαζαν τὸν Θεό.
     Κάποτε ὅμως ἦρθαν μέρες δύσκολες. Ἀναδουλειὲς στὸ νησί. Ἄρχισε νὰ στενεύεται ὁ κυρ-Μιχάλης. Πῶς νὰ τὰ καταφέρνει δέκα στόματα νὰ τρέφει καθημερινά; Κι ἡ καημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὴν ἄλλη πιὸ πολὺ δυσκολευόταν. Ξέρεις τί ’ναι νὰ ξημερώνει, καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ μάνα ἂν θὰ βρεῖ νὰ ταΐσει τὰ μικρά της; Μαρτύριο σωστὸ γιὰ τὴ μητρικὴ καρδιά. 
    Καὶ ἔφτασε κι ἡ μέρα ποὺ δὲν εἶχε τίποτε στὸ σπίτι νὰ δώσει στὰ παιδιά. Ἀδειανὰ ὅλα τὰ ράφια. Κοίταξε χλωμή, πανιασμένη τὸν ἄντρα της:
     –Ἂν σήμερα δὲν φέρεις κάτι στὸ σπίτι, τοῦ ’κανε, νὰ ξέρεις, τὰ παιδιὰ θὰ μείνουν νηστικά. Οὔτε ψίχουλο δὲν ὑπάρ­χει.
Ἔφυγε ὁ Μιχάλης γιὰ τὴν πιάτσα, μπὰς καὶ βρεῖ τίποτε. Στὸ δρόμο περ­νοῦσε ἔξω ἀπ’ τὸν κοιμητηριακὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ. Κοντοστάθηκε μιὰ στιγμὴ κι ἀ­μέ­σως τὸ ἀποφάσισε. Ἄλλαξε τὸ πρό­γραμμά του.
    –Δὲν θὰ πάω στὴν πλατεία. Θὰ μπῶ ἐδῶ. 
    Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔκανε τὸ σταυ­­ρό του. Ἄναψε τὸ κερὶ καὶ κατευθύν­θηκε μπροστὰ στὸ τέμπλο. Ἔπεσε στὰ γόνατα, σήκωσε τὰ χέρια του καὶ παρακαλέθηκε: 
    –Ὀχτὼ τὰ ἔχω, Χριστέ μου. Δικά Σου εἶναι, Ἐσὺ μοῦ τά ’δωσες. Ἐσὺ ποὺ μοῦ τά ’δωσες, φρόντισε νὰ τὰ θρέψεις. Δὲν ἔχουν τίποτε γιὰ σήμερα νὰ φᾶνε.
    Ἔμεινε λίγη ὥρα ἔτσι γονατισμένος καὶ τέλος ξαναμίλησε:
    –Ἐγὼ δὲν φεύγω ἀπὸ ᾿δῶ, Χριστέ μου, ἂν δὲν μοῦ φέρεις νὰ ταΐσω τὰ παιδιά μου, ποὺ δὲν εἶναι δικά μου· δικά Σου εἶναι. 
    Εἶπε, καὶ κατευθύνθηκε στὸ ἀναλόγιο. Πῆρε τὸ Ψαλτήρι κι ἄρχισε νὰ διαβάζει.
   Δὲν θά ’χε περάσει μισὴ ὥρα, κι ἀπ­έ­ξω ἀκούστηκαν συνομιλίες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔδωσε σημασία. Μετὰ διέκρινε τὴ φω­νὴ τοῦ παπᾶ τους. Μιλοῦσε μὲ κά­ποιον ἄγνωστο. Ἔπιασε μιὰ λέξη, ἂν ἄ­κουγε καλά...
    –Ἕναν οἰκοδόμο πρέπει νὰ βρεῖς...
    Πετάχτηκε ἔξω. 
    –Παπα-Γιάννη, τὴν εὐχή σου.
    –Νά τος! φώναξε ὁ παπάς. Τὸν ξέρεις τὸν Μιχάλη;
    Κι ἀμέσως πρὸς τὸν Μιχάλη:
    –Μιχάλη, τὸν γνωρίζεις τὸν κύριο;
    –Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
    –Εἶναι τοῦ Γρηγόρη τοῦ..., μακαρίτης τώρα, ἀπ’ τὸν ἀπάνω μαχαλά. Μᾶς ἦρθε χθὲς ἀπ’ τὴν Ἀμερική, χρόνια τώρα ἐκεῖ, δυὸ δεκαετίες κοντά. Τὸν θυμᾶσαι;
    –Ἅμα λές, παπά μου, δυὸ δεκαετίες, ἐγὼ ἀκόμα δὲν ἤμουν ἐδῶ. Μετὰ ἐγκα­ταστάθηκα στὸ χωριό. Τὸν πατέρα του τὸν μακαρίτη τὸν ἔχω ἀκουστά.
    –Κύριε Μιχάλη, εἶστε οἰκοδόμος;
    –Ναί, παιδί μου.
    –Ἐνδιαφέρομαι νὰ φτιάξω τὸν τάφο τῶν γονέων μου. Θέλω νὰ χτίσω κάτι ὡ­ραῖο, ἐπίσημο, σὰν τύμβο. Σὰν εἰκο­νο­στάσι. Νὰ χωράει κανεὶς νὰ μπεῖ μέσα, ν’ ἀνάψει τὸ κερί, τὸ καντήλι. Κατάλαβες; Ξέ­ρεις ἀπὸ τέτοια;
   –Πῶς δὲν ξέρω, παλληκάρι μου. Ἔχω φτιάξει κι ἄλλοτε.
   –Πόσα θέλεις νὰ μοῦ τὸ φτιάξεις;
   Κοντοστάθηκε ὁ κυρ-Μιχάλης. «Νὰ πῶ ἑκατὸ χιλιάδες δραχμές», πῆρε νὰ σκέ­­φτεται, «μὴν τοῦ φανοῦν πολλά. Νὰ πῶ ἑβδομήντα;».
   –Διακόσιες χιλιάδες σοῦ φτάνουν;
    –...
    –Ἔ, δὲν διαθέτω περισσότερα. Δέχεσαι;
    –Δέχομαι.
    –Πάρ᾿ τα.
    Καὶ τοῦ ἔδωσε στὸ χέρι φάκελλο φουσκωμένο.
    Μὲ τρεμάμενα χέρια ὁ κυρ-Μιχάλης ὁ οἰκοδόμος ξαναμπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔ­πεσε στὰ γόνατα μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔκλαψε. Ὥρα πολλή. Κάποτε σηκώ­θηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι του. Στὴ γυ­ναίκα του καὶ τὰ ὀχτὼ παιδιά του. Τοῦ Θεοῦ ὅλα.
    –Κατάλαβες, παιδί μου; κατέληξε ὁ γέ­­ροντας Πνευματικός. Αὐτὸς ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴν πίστη του, τὴν προσευ­χή του, ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔκανε, πῶς νὰ ποῦ­με... τὸν ἐξανάγκασε τὸν Θεό. Ἔτσι δὲν εἶναι; Για­τὶ ἡ πίστη, ἡ ἀληθινή, ἡ ἀκράδαντη, αὐτὸ κάνει. Ἐξαναγκάζει τὸν Θεό. Συμ­φωνεῖς;

https://www.osotir.org/

Τα μάτια μου επάνω σου


Ἀμέριμνο τὸ μικρὸ παιδὶ μέσα στὸ πάρκο. Τρέχει καὶ παίζει καὶ γελᾶ. Ὅλο εὐτυχία. Γιὰ τὸ παιχνίδι; Γιὰ τὴν ἐλευθερία ποὺ νιώθει; Γιὰ τὴν παρέα μὲ τὰ ἄλλα παιδιά; Γιὰ τὴν ἀμεριμνησία του;

Ἀσφαλῶς καὶ γι’ αὐτά. Πιὸ πολὺ ὅμως γιὰ τὸ ἄλλο: Γιὰ τὸ ὅτι ἔχει πίσω του μιὰ γονεϊκὴ παρουσία, τὴ μητέρα, τὸν πατέρα, τέσσερα μάτια ποὺ τὸ ἀκολουθοῦν ὅπου πάει, ποὺ τὸ προστατεύουν μὲ τὸ γλυκὸ ἀγκάλιασμά τους. Δυὸ βλέμματα καρφωμένα ἐπάνω του.

Τρέχει καὶ παίζει τὸ παιδί, γελᾶ καὶ χαίρεται. Καὶ κάθε τόσο γυρνᾶ τὸ πρόσωπό του πίσω. Θὰ συναντήσει τὸ βλέμμα τοῦ πατέρα, τῆς μητέρας; Ὡραῖα! Συνεχίζουμε...

Κάποτε συναντᾶ ἕναν κίνδυνο, μιὰ ἀπειλὴ γιὰ τὴν ἀδύναμη ὑπόστασή του. Τρεχάλα πίσω, στὰ χέρια τοῦ πατέρα, στὴν ἀγκαλιά του. «Τί φοβήθηκες, καλό μου; Ἀφοῦ ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ. Σ’ ἀφήνω ποτὲ μόνο σου;».

Ἀφήνει ποτὲ ὁ γονιὸς τὸ μικρὸ παιδὶ μόνο του;...

Θλίψεις καὶ ἀνάγκες στὴ ζωή. Πειρασμοὶ καὶ δοκιμασίες. Κίνδυνοι, φόβοι, ἀπειλές. «Λοιπόν, τί θὰ γίνει τώρα;...».

Σὲ παρόμοια περίσταση εὑρισκόμενος καὶ ὁ μέγας λυράρης τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, ὁ προφήτης καὶ βασιλεὺς Δαβίδ, στρέφεται μὲ πόθο καὶ γλυκιὰ ἀπαντοχὴ στὸν Κύριό του, καὶ μέσα ἀπὸ τὰ κατάβαθα τῆς ὑπάρξεώς του βοᾶ: «Σύ μου εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με· τὸ ἀγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με ἀπὸ τῶν κυκλωσάν­των με» (Ψαλ. λα΄ [31] 7). Ἐσύ, Κύριέ μου, εἶσαι ἡ καταφυγὴ καὶ ἡ παρηγοριά μου στὴ θλίψη ποὺ μ’ ἔχει βρεῖ· τὸ ἀγαλλίαμα τῆς ψυχῆς μου. Γλύτωσέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, τὶς δοκιμασίες ποὺ μὲ περικύκλωσαν.

Ἀλλοῦ δὲν ἔχει νὰ στραφεῖ. Ἡ μόνη καταφυγή του εἶναι ὁ Κύριος. Αὐτὸς εἶναι καὶ ἡ ἀπόλαυσή του, ἡ χαρά του, ἡ εὐτυχία του, ἡ μακαριότητά του. Ὅ,τι γιὰ τὸ μικρὸ παιδὶ ἡ παρουσία τοῦ πατέρα, τῆς μητέρας.

«Γλύτωσέ με ἀπὸ τὰ δεινὰ ποὺ μὲ βρῆκαν»...

Γιὰ νὰ ἀκούσει τότε, στὰ μύχια τῆς ψυχῆς του, τὸν λόγο τοῦ μεγάλου Πατρός, τοῦ παντοκράτορος Κυρίου. Λόγο πατρικό, στοργικό, ζεστό, ἐγ­γυημένο:

«Συνετιῶ σε καὶ συμβιβῶ σε ἐν ὁδῷ ταύτῃ ᾗ πορεύσῃ, ἐπιστηριῶ ἐπὶ σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου» (στίχ. 8). Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω. Πάντοτε θὰ εἶμαι μαζί σου. Θὰ σοῦ δίνω σοφία καὶ σύν­εση, ὥστε νὰ πορεύεσαι μὲ ἀσφάλεια τὸν δρόμο τῆς ζωῆς σου. Καὶ δὲν θὰ τὸν πορεύεσαι μόνος σου. «Συμβιβῶ σε». Ἐγὼ θὰ πορεύομαι μαζί σου, θὰ σὲ συνοδεύω, ὅπου κι ἂν πᾶς. Καὶ κάτι ἀκόμα: Τὰ μάτια μου ποτὲ δὲν θὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ σένα. «Ἐπιστηριῶ ἐπὶ σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου». Θὰ τά ’χω στηριγμένα, καρφωμένα ἐπάνω σου.

Ναί, καρφωμένα ἐπάνω σου!...

Τί λόγος αὐτός! Πόση ἀνακούφιση, παρηγοριὰ δὲν χύνει στὴν ταλαιπωρημένη καρδιά!

Ὅλοι εἴμαστε «ἐν ὁδῷ». Στὸ δρόμο, τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας. Κι ὁ δρόμος συχνὰ γίνεται δύσκολος, στενός, ἀνηφορικός. Θλίψεις, δοκιμασίες, δυσκολίες, πειρασμοί. Εἶναι ὁ διάβολος ποὺ πολεμεῖ σκληρά. Ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς μας, θέλει νὰ τὴν καταπιεῖ, νὰ τὴν ἀφανίσει. Εἶναι ὁ κόσμος, ὁ μακρὰν τοῦ Θεοῦ ἀποστατημένος κόσμος, μὲ τὰ θέλγητρα καὶ τὰ δελεάσματά του, σὰν σειρῆνες νὰ προσπαθοῦν νὰ μαγέψουν τὴν ψυχή, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὰ θανατηφόρα πλοκάμια τους. Εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, μὲ ὅλες τὶς ἀσθένειες, τὶς ἀναπηρίες του. Πειρασμοὶ ἀπὸ παν­τοῦ. Καὶ λοιπόν, ἄλγος στὴν ψυχή, ὀδύνη, στεναγμός, δάκρυ, μάτωμα...

«Σύ μου εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με».
Στρέψου τότε, ψυχή μου, στρέψου μὲ πόθο, πίστη, στὸν Κύριο καὶ πές Του: «Κύριε, ἄλλη καταφυγὴ ἀπὸ Σένα δὲν ἔχω. Ἐσὺ εἶσαι τὸ πᾶν γιὰ μένα: ἡ ζωή μου, ἡ πνοή μου, ἡ χαρά μου, ἡ εὐτυχία μου. Ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεώς μου. Γλύτωσέ με, Κύριε, σῶσε με...».
Καὶ τότε θὰ ἀκούσεις τὰ αἰώνια λόγια τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ ποὺ ἄκουσε ὁ Δαβίδ: τὴ διαβεβαίωση τοῦ Παντάνακτος γιὰ μόνιμη προστασία Του ἐπάνω σου.
Ἔχουμε ἕνα Θεὸ ποὺ ὄχι μόνο δίνει ἐντολὴ νὰ πορευθοῦμε τὸν δρόμο τὸν δικό Του στὴ ζωή· τὴν «ὁδὸν τὴν στενὴν και τεθλιμμένην». Ὄχι. Ἀλλὰ ἕνα Θεὸ ποὺ «συμβιβάζει ἡμῖν», πορεύεται κι Αὐτὸς μαζί μας, Συνοδοιπόρος στὴ ζωή μας. Καὶ ἐπιπλέον ἕνα Θεὸ ποὺ τὸ βλέμμα Του εἶναι καρφωμένο ἐπάνω μας. Ἐπάνω μου! Σὰ νὰ ἤμουν ἐγὼ ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος ἐπάνω στὴ γῆ, σὰ νὰ μὴν ὑπῆρχε ἄλλος κανείς. Τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου διασχίζει τοὺς αἰῶνες ἀπὸ τὰ μύχια τῆς ἱστορίας, κι ἀκόμα πιὸ πίσω. Προτοῦ γίνει τὸ φῶς, προτοῦ δημιουργηθοῦν τὰ ἀστέρια καὶ ἡ γῆ καὶ οἱ ὠκεανοί, τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου εἶναι στηριγμένο ἐπάνω μου.
Λοιπόν, ἀκόμα, ψυχή μου, ἀγωνιᾶς; Ἀκόμα φοβᾶσαι; Τί ἄλλο νὰ σοῦ πεῖ γιὰ νὰ σὲ πείσει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ σὲ ἐγκαταλείψει; Ἂν μή τι ἄλλο, κοίτα τὸ παιδί, τὸ μικρὸ παιδί, ποὺ φοβήθηκε καὶ ἔτρεξε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ πατέρα του. Κι ἄκουσε τοῦτα τὰ λόγια ἀπ’ τὸ στόμα του: «Γιατί, καλό μου παιδάκι, φοβᾶσαι; Σ’ ἀφήνω ποτὲ μόνο σου;».
Καὶ ἀρκεῖ ἡ διαβεβαίωση αὐτή, γιὰ νὰ ἀρχίσει πάλι νὰ τρέχει καὶ νὰ παίζει ἀμέριμνο. Νὰ τρέχει, νὰ παίζει, νὰ χαίρεται.

https://www.osotir.org/

«Ο Θεός προνοεί και ενδιαφέρεται ως Πατέρας, αλλά σέβεται και την ελευθερία μας»


“Ο Θεός είναι αγάπη, δεν είναι απλός θεατής της ζωής μας. Προνοεί και ενδιαφέρεται ως Πατέρας μας που είναι, αλλά σέβεται και την ελευθερία μας. Δεν μας πιέζει.

Εμείς να έχουμε την ελπίδα μας στην πρόνοια του Θεού και, εφόσον πιστεύουμε ότι ο Θεός μας παρακολουθεί, να έχουμε θάρρος, να ριχνόμαστε στην αγάπη Του και τότε θα Τον βλέπουμε διαρκώς κοντά μας. Δεν θα φοβόμαστε μήπως παραπατήσουμε. Το σώμα του ανθρώπου, τόσο τέλειο!

Μεγάλο εργοστάσιο, πίνει νερό, πηγαίνει στο στομάχι, στα νεφρά, καθαρίζει το αίμα. Η λειτουργία της καρδιάς, ολόκληρη αντλία, οι πνεύμονες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, ο εγκέφαλος, το νευρικό σύστημα, οι αισθήσεις, η όραση, η ακοή…

Τι να πούμε για τις πνευματικές δυνάμεις και πώς συλλειτουργούν όλ’ αυτά συγχρόνως αρμονικά κάτω από την προστασία και την πρόνοια του Θεού! Όλα είναι στην πρόνοια του Θεού. Βλέπετε τα πεύκα;

Πόσες βελόνες έχει το κάθε πεύκο; Μπορείτε να τις μετρήσετε; Ο Θεός, όμως, τις γνωρίζει και χωρίς τη δική Του θέληση ούτε μια δεν πέφτει κάτω. Όπως και τις τρίχες της κεφαλής μας και αυτές όλες είναι αριθμημένες. Εκείνος φροντίζει και για τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής μας, μας αγαπάει, μας προστατεύει. Εμείς ζούμε σαν να μην αισθανόμαστε το μεγαλείο της Θείας πρόνοιας.

Ο Θεός είναι πολύ μυστικός. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις ενέργειές Του. Μη νομίζετε ότι ο Θεός το έκανε έτσι και μετά το διόρθωσε. Ο Θεός είναι αλάθητος. Δεν διορθώνει τίποτε. Ποιος είναι, όμως, ο Θεός στο βάθος, στην ουσία, εμείς δεν το γνωρίζουμε. Τις βουλές του Θεού δεν μπορούμε να τις εξιχνιάσουμε.

“Ού γάρ εισίν αί βουλαί μου, ώσπερ αί βουλαί υμών, ούδ΄ώσπερ αί οδοί υμών αί οδοί μου, λέγει Κύριος, αλλ΄ως απέχει ό ουρανός από της γής, ούτως απέχει ή οδός μου από των οδών υμών και τά διανοήματα υμών από της διανοίας μου”. Όταν ο Θεός μας δωρίσει το χάρισμα της ταπεινώσεως, τότε όλα τα βλέπουμε, όλα τα αισθανόμαστε, τότε Τον ζούμε τον Θεό πολύ φανερά. Όταν δεν έχουμε την ταπείνωση, δεν βλέπουμε τίποτε. Το αντίθετο, όταν αξιωθούμε της αγίας ταπεινώσεως, τα βλέπουμε όλα, τα χαιρόμαστε όλα.

Ζούμε τον Θεό, ζούμε τον Παράδεισο μέσα μας, πού είναι ο ίδιος ο Χριστός. Θα σας διηγηθώ κάτι -δεν ξέρω αν το έχετε διαβάσει στο Γεροντικό- που δείχνει την Πρόνοια του Θεού και τη δύναμη της προσευχής του γέροντα. Ένας Γέροντας έστειλε τον υποτακτικό του, τον Παϊσιο, να πάει σε μια δουλειά κάπου μακριά απ΄ την ασκητική του καλύβα. 

Εκείνος βάδιζε, βάδιζε ώρες. Ήταν μεσημέρι. Ο ήλιος έκαιγε. Είδε ένα μεγάλο βράχο που είχε σκιά και πήγε και ξαπλώθηκε κάτω απ΄ τη σκιά του βράχου να ξεκουραστεί και εκεί αποκοιμήθηκε.

Εκεί που κοιμόταν -ή κοιμόταν ή ήταν έτσι σε μια κατάσταση χαλαρώσεως- βλέπει τον Γέροντα του να του λέει:

Παΐσιε, Παΐσιε, σήκω πάνω και φεύγα απ΄ αυτού!

Κι όπως τον άκουσε τον Γέροντά του να του φωνάζει δυνατά, σηκώθηκε πάνω κι έκανε πέρα. Μόλις πήγε λίγο πέρα, πέντε-έξι βήματα, “γουώωπ!”, είδε το βράχο που έπεφτε. Θα τον πλάκωνε σαν το πουλί στην παγίδα. Δεν θα του άφηνε ούτε κοκαλάκι, δηλαδή.

Ήταν πολύ μακριά ο Γέροντας απ΄ τον Παΐσιο κι όμως τον είδε. Αυτή είναι η πρόνοια του Θεού. Τα λόγια του Κυρίου επαληθεύονται: “Σημεία δε τοίς πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει, έν τώ ονόματί μου δαιμόνια εκβαλούσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς, όφεις άρουσι, κάν θανάσιμόν τι πίωσιν, ού μη αυτούς βλάψει, επί αρρώστους χείρας επιθήσουσι και καλώς έξουσιν”. Μπορούμε να σκεπτόμαστε και να λέμε:

– Θεέ μου, είσαι πανταχού παρών και τα βλέπεις όλα, όπου κι αν είμαι.

Παρακολουθείς με στοργή το κάθε μου βήμα. Να επαναλαμβάνουμε με τον Δαβίδ: “… Πού πορευθώ από του πνεύματός Σου και από του προσώπου Σου πού φύγω; Εάν ανεβώ είς τον ουρανόν, Σύ εκεί εί, εάν καταβώ είς τον Άδην, πάρει, εάν αναλάβοιμι τάς πτέρυγας μου κατ΄όρθρον και κατασκηνώσω είς τά έσχατα της θαλάσσης, και γάρ εκεί η χείρ Σου οδηγήσει με κα καθέξει με η δεξιά Σου”.

Αυτό βέβαια δεν αρκεί που το γνωρίζουμε, αλλά είναι μεγάλη ενίσχυση και παρηγοριά, όταν το πιστεύουμε, όταν το ζούμε, όταν το ενστερνιζόμαστε”.

από το βιβλίο: «Αποσπάσματα από τους λόγους του Αγίου Πορφυρίου» (Κοζάνη – Μάρτιος 2006)
http://inpantanassis.blogspot.

Νέοι και Εκκλησία: Φταίει κανείς;


Πριν λίγο διάβασα ακόμα ένα άρθρο με θέμα που ενδιαφέρει πολλούς. Σεβαστός αγιορείτης γέροντας, μακαρίτης πλέον, αναλύει το θέμα: Νέοι και Εκκλησία.

Δηλαδή ποιός ή τί φταίει που οι νέοι δεν πάν στην Εκκλησία.
Δεν το πιστεύω ότι οι νέοι δεν παν στην Εκκλησία. Πάν και παραπάν. Αλλά οι νέοι έχουν κάποιες αξιώσεις και τις εκφράζουν πιό έντονα από όσους έπαθαν πλέον αρτηριοσκλήρυνση και κατάντησαν ωχαδερφιστές. Αλλά γιά αυτά άλλη φορά.

Το κείμενο που θα ακολουθήσει το σκέφτηκα άπειρες φορές και, να πω την αλήθεια, κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να το γράψω με έπιανε ένας αδιόρατος φόβος. Φόβος γιατί αυτά που θα διαβάσετε παρακάτω δεν λέγονται εύκολα.

Δυστοκία μεγάλη και πολυχρόνια. Και νά, τώρα, το απότοκον. Και αφού είμαστε μέσα στην Σαρακοστή,στο δεύτερο μισό, στην κατηφόρα, που είναι και πιό δύσκολη, ζητώ προκαταβολικά το συμπάθιο τών αναγνωστών μας.

1.Σε ένα ταξίδι από τον ιερό Άθωνα γιά την Θεσσαλονίκη, με λεωφορείο της γραμμής, έζησα το εξής.

Καθόμουν σε μία από τις μπροστινές θέσεις. Κάπως με ξέφυγε και φαινόταν το μικρό κομποσκοινάκι στο χέρι.

Στην άλλη μεριά του διαδρόμου, καθόταν στην ίδια σειρά των θέσεων ένα κοριτσάκι, Τετάρτης Δημοτικού, Ελενίτσα, αν θυμάμαι λεγόταν. Τώρα σίγουρα θα έχει και παιδιά. Κάπως παλιά η ιστορία.

Στην θέση του συνοδηγού μία αλλοπαρμένη νεοελληνίδα, όχι άμυαλη αλλά κοκορόμυαλη. Φαινόταν από την όλη εμφάνισή της. Και αποδείχτηκε, στην συνέχεια της ιστορίας.

Η μικρή, της διπλανής θέσης, μας έπιασε την κουβέντα. Τί είναι αυτό; Ρώτησε γιά το κομποσχοίνι και με έκανε να ντραπώ και αμέσως να το μαζέψω στην χούφτα μου.

Τί κάνετε με αυτό; Πολύ χαριτωμένο παιδάκι. Πώς να τολμήσω να κρυφτώ και να αλλάξω την συζήτηση; Της μίλησα ευθαρσώς και γλυκά, σαν σε παιδί.

-Ξέρεις, εμείς στο χωριό μας μάς κάνουν κατηχητικό. Αλλά η μαμά μου δεν με αφήνει να πηγαίνω. Εγώ όμως ξεφεύγω και πηγαίνω.

Όταν το μαθαίνει από τις άλλες μαμάδες όμως, με μαλλώνει. Δεν θέλει να πηγαίνω στην εκκλησία και στο κατηχητικό.

Τις εικονίτσες που μας δίνει η κυρία μας στο κατηχητικό μέ τις παίρνει, και άλλες φορές μέ τις καίει και άλλες φορές με τις σκίζει.

Και κάπως συνωμοτικά, γυρίζει περισσότερο προς το μέρος μας και λέει: 

-Νά, αυτή είναι η μαμά μου – και έδειξε την κυρία στην θέση του συνοδηγού- Ο οδηγός είναι ο μπαμπάς μου.

Ύστερα από αυτήν την συγκλονιστική αποκάλυψη, δεν ξέρω πόσο κράτησε η κουβέντα μας.

Όμως- θυμάμαι- έδωσα κάτι στην Ελενίτσα, που το έβαλε στην τσεπούλα της. Σε ένα από τα επόμενα χωριά κατέβηκαν. Στα σκαλιά, γύρισε κρυφά προς το μέρος μας και με το χεράκι μας αποχαιρέτησε.

2.Ας γράψουμε και μία ακόμα ιστοριούλα. Φρέσκια αυτήν την φορά. Σχεδόν προχθεσινή.

Δεχθήκαμε ένα μήνυμα, στο κινητό μας τηλέφωνο, από μία αναστατωμένη μητέρα. Ο γιός της αρνήθηκε να σχεδιάσει σε χαρτόνι και να κόψει μάσκα, και, φυσικά ούτε λόγος γιά να την φορέσει στις Αποκριές.

«Ο γέροντας είπε ότι δεν πρέπει να παραμορφώνουμε τα μούτρα μας με μάσκες. Το πρόσωπό μας μοιάζει στον Χριστό, ο οποίος στενοχωριέται όταν αλλάζουμε την μορφή του στα πρόσωπά μας.» Και αυτός ο μικρός Τετάρτης Δημοτικού.

Η Τετάρτη Δημοτικού είναι μάλλον η πιό σημαντική περίοδος ενός παιδιού γιά τα θέματα της προσωπικότητας, που έχουν σχέση με την εν Αγίω Πνεύματι ζωή μας. Τα παραδείγματα που έχουμε πολλά, έως και πάρα πολλά.

- Φοβάμαι κάπως να το πώ, γιά να μην το ακούσουν οι αντίχριστοι που νομίζουν ότι αυτοί είναι «υπεύθυνοι» γιά την παιδεία των παιδιών της Ελλάδας, οι ανόητοι, και κάνουν και άλλο κακό στα παιδιά.

Η δασκάλα, λοιπόν, χαρακτήρισε φανατικό τον μικρό και είπε στην μάννα να τον προσέξει. Και επί πλέον, να απευθυνθεί σε αυτόν - ποιός είναι αυτός και τί σημαίνει γέροντας που τον αναφέρει συνέχεια ο γιός της – γιά να τον «νουθετήσουμε».

Δόξα τω Θεώ, που έχει ακόμα κλήρο ο Χριστός και δεν εξανδραποδίστηκαν τελείως οι νεολαίοι μας.

3.Τρίτη περίπτωση, και φαρμακερή. Αρχίζει και ξετυλίγεται το κουβάρι και ο λόγος μας ξεσκεπάζεται-δηλαδή αποκαλύπτεται.

Μας πιάνουν γονήδες και μας λέν: Πάτερ, πες στον τάδε ή την δείνα, το παιδί μου, να μην θρησκεύει τόσο, γιατί ξεχωρίζει και δεν τον/την χωνεύουν στο σχολείο. Πάτερ, τώρα έχουν τις πανελλαδικές. Πες στο παιδί να μην νηστεύει. Μικρό είναι ακόμα, έχει χρόνο μπροστά του. Θα νηστέψει.
Και πολλά παρόμοια.

Αλλά, έτσι έκαμναν οι άγιοι; Οι άγιες μαννάδες έτσι φέρνονταν στα άγια παιδιά τους;

Τότε γιατί τιμούμε τον Άγιο Κήρυκο και την Αγία Ιουλίττα; Γιατί τιμούμε τον Άγιο Μελίτωνα, από τους Μ΄(=Τεσσαράκοντα) Μεγαλομάρτυρες; Τον Άγιο Ακάκιο τον νεομάρτυρα, που η μάννα του τον έστειλε στον Άγιο Άθωνα; Και πόσους άλλους;!

4. Να και η τέταρτη ιστορία. Ο Αθανάσιος στην Κουλακιά, υιός Πολύχρου και Λουλούδας, τα έβαλε με την Τουρκιά. Ο πατέρας προύχοντας, και μπορούσε να γλιτώσει τον γιό του.

Όμως τον άφησε και μαρτύρησε, γιά να μην τα χαλάσει με του κατακτητές. Ούτε να τον θάψουν δεν πήγαν οι γονήδες. Και τον έθαψαν Γύφτοι Χριστιανοί, όπως το γράφει ο Άγιος Νικόδημος στο Νέον Μαρτυρολόγιον.

Γιά τις αντιδράσεις, στο θέμα του Μοναχισμού, ας μην μιλήσουμε. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος- τί έπαθαν με αυτό το Σύριοι, Σύροι λέγονται οι άνθρωποι- τους δικαιώνει, σαν γονείς, μέχρι την κουρά.

Όποιοι συνεχίζουν να αντιδρούν, γράφει, έχουν δαιμόνιο...
Το μέγιστο πρόβλημα, σε μέγιστον βαθμό, των νέων που δεν πάνε στην Εκκλησία είναι ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥΣ. Τραγικό ίσως, αλλά αληθινό. Και η αλήθεια δεν είναι μικρή ή μεγάλη.

Είναι μία και απόλυτη. Ίσως υπάρχουν, και σίγουρα θα υπάρχουν, και άλλοι λόγοι. Θα μας επιτρέψετε όμως να θεωρούμε τούς γονείς τον πιό σοβαρό λόγο.

Εξάλλου, το λέει και το Άγιο Ευαγγέλιο: «Εχθροί αυτού οι οικείοι αυτού», και ο άγιος Απόστολος: «Οι δε γονείς μη παροργίζητε τα τέκνα υμών». Όχι «μην τα οργίζετε», αλλά να μην τα παροργίζετε=Μην τα κάνετε έξω φρενών, μην «τα βγάζετε απ΄ τα ρούχα τους».

Άλλο είναι η τιμή και ο σεβασμός και άλλο η υποταγή.
«Είσαι μικρός, άσε τις νηστείες, να δέσεις κόκκαλο». 
«Μεγάλωσες, είσαι φοιτητής, κύττα να βρεις κανένα καλό κορίτσι, έχεις ανάγκες». «Τί ντύσιμο είναι αυτό; Καλόγρια είσαι; Άντε βάλε κανένα ρούχο της μόδας».

Δεν θα αναφέρουμε πολλούς αγίους. Μόνον τον Άγιο Νικόλαο, που νήστευε από βρέφος Τετάρτη και Παρασκευή, και έφτασε σε βαθύ γήρας.

Το παιδί δεν είναι εξαγοράσιμο γραμμάτιο ούτε μέσο προς συναλλαγή. «Σε σπούδασα, να με κυττάξεις». «Σε μεγαλώσαμε και έχεις υποχρέωση να μας φροντίσεις». Και πόσα άλλα σχετικά, που μόνον οργή και παροργισμό προκαλούν στα παιδιά. Και γεμίζουν τα γηροκομεία, γιατί δεν αντέχονται.

Έχουμε και εμείς μιά μάννα. Ποτέ δεν βάφτηκε ούτε έβαψε τα μαλλιά της. Ποτέ δεν ανακατεύτηκε σε κανένα σπιτικό. Γιά όλους γίνεται λιμάνι και σε κανέναν δεν προκάλεσε ποτέ τρικυμία. Μόνον ευχές βγάζει το στόμα της.

Και όταν κάποιος την λέει να «συμβουλέψει», δηλαδή να ανακατευτεί, σε άλλες υποθέσεις, δεν το δέχετε με τίποτα.

Σαν άνθρωπος, εννενήντα τριών ετών, σίγουρα θα πέρασε, θα έπαθε και θα έμαθε πολλά. Κάποτε πήγε σε έναν άγιο πνευματικό και εξομολογήθηκε. Και την ρώτησε: μεταφέρεις λόγια; Όχι, ποτέ. Έ, τότε να κοινωνάς πάντοτε όποτε θέλεις.
Ψάχνουμε αίτια και αιτιατά. Ψάχνουμε αφορμές και δικαιολογίες. Μετατοπίζουμε τις ευθύνες στους άλλους. Και πάει λέγοντας.

Θέλουμε να γίνει κάτι καλό στην νεολαία; Ας ετοιμάζουμε μάννες και πατεράδες, που αγωνίζονται μέσα στην Εκκλησία σωστά. Και τότε υπάρχει ελπίδα. Μεγάλη Ελπίδα. Ο Χριστός.

Του Αρχιμ. Πορφυρίου, Ηγουμένου Τιμίου Προδρόμου Βέροιας
http://inpantanassis.blogspot.