Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Κυριακή των Αγίων Πατέρων στη Μονή Επανωσήφη (Φώτο)

Φωτοστιγμές από την Θεία Λειτουργία της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη.
















Λόγος στους Αγίους Ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη


Του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ´ | Romfea.gr

Πολλοὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἁπλοὶ καὶ ἄσημοι. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ ὀνομαστοὶ καὶ ἐπίσημοι. Ὅλους τοὺς ἀγκαλιάζει καὶ τιμᾶ ἡ μήτηρ Ἐκκλησία.

Εἰδικότερα, οἱ ἅγιοι Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη, ἀποτελοῦν ξεχωριστὲς μορφὲς ποὺ ἡ μὲν ἱστορία τὸν Κωνσταντῖνο τὸν ὠνόμασε μέγαν, ἡ δὲ Ἐκκλησία καὶ τοὺς δύο, υἱὸν καὶ μητέρα, κατέταξε στὸ ἁγιολόγιο αὐτῆς καὶ μάλιστα μὲ τὸν τίτλον «ἰσαποστόλους».

Ἀλλὰ γιὰ νὰ κατανοήσουμε καὶ προσεγγίσουμε βαθύτερα τὶς μεγάλες αὐτὲς προσωπικότητες, εἶναι ἀδήριτη ἀνάγκη νὰ γνωρίζουμε ἐπαρκῶς τὸ ἱστορικὸ ὑπόβαθρο, τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες, τὰ ἰδεολογικοφιλοσοφικὰ ρεύματα καὶ τὶς πολιτικοκοινωνικὲς καταστάσεις τῶν χρόνων ποὺ ἔζησαν καὶ ἕδρασαν.

Δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς καταλάβουμε, ἂν δὲν τοὺς θεωρήσουμε στὴν ἐποχή τους.

Καὶ πράγματι εὑρισκόμεθα στὰ ὅρια δύο κόσμων, τοῦ ἀρχαίου καὶ τοῦ νέου, τοῦ εἰδωλολατρικοῦ καὶ τοῦ χριστιανικοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία μόλις ἐξήρχετο ἀπὸ τὶς κατακόμβες. Οἱ διωγμοὶ ἦσαν νωποί. Ἡ μανία τῶν διωκτῶν εἶχε μεταβάλλει σὲ ἐρείπια τοὺς οἴκους τῆς χριστιανικῆς λατρείας.

Τὸ αἷμα ἑκατομμυρίων μαρτύρων ἔρεε ὄχι μόνον στὸ Κολοσσαῖο, ἀλλὰ σ᾿ ὅλους τοὺς τόπους τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Ὡστόσο ἔρχεται ἡ καλὴ ἀλλοίωση, ἡ ἐσωτερικὴ ἀλλοίωση ποὺ συντελεῖται στὸν Μέγα Κωνσταντῖνο. Καὶ τοιούτου εἴδους πνευματικὲς ἀλλοιώσεις δὲν συντελοῦνται κάθε μέρα.

Ο Θεὸς τὸν ἀξιώνει νὰ γίνει ὁ πρῶτος χριστιανὸς αὐτοκράτωρ!

Ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ὅταν ἀκόμη ἦταν εἰδωλολάτρης, ἀντίκρυζε τοὺς χριστιανοὺς μὲ βλέμμα συμπαθείας καὶ ἐκτίμησης.

Τὶς εὐνοϊκὲς αὐτὲς διαθέσεις τὶς ἔλαβε ὡς πολύτιμη κληρονομικὰ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν μητέρα του τὴν Ἁγία Ἑλένη.

Νέος στὴν ἡλικία ὁ Κωνσταντῖνος ὑποχρεώθηκε νὰ μείνει ἕνα χρονικὸ διάστημα στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ.

Συχνὰ ἔβλεπε τοὺς τρομεροὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ εὐγενὴς ψυχή του δοκίμαζε ἀγανάκτηση καὶ ἀποτροπιασμό.

Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὸ ἡρωϊκὸ φρόνημα καὶ ἡ ὁμολογία τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως, γέμιζε τὸ εἶναι του μὲ θαυμασμὸ καὶ συγκίνηση.

Αὐτὲς οἱ πνευματικὲς ζυμώσεις συντελούνταν στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ Κωνσταντίνου ὅταν τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα τὸν ἀνακήρυξαν Καίσαρα στὸ δυτικὸ μέρος τῆς αὐτοκρατορίας.

Πλὴν ὅμως, σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα, βρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ δεχθεῖ τὸν πόλεμο, τὸν ὁποῖο τοῦ κήρυξε ὁ Μαξέντιος.

Τότε ἀκριβῶς ἕνα μεγάλο γεγονὸς ἦλθε νὰ δώσει ἀποφασιστικὴ στροφὴ στὴ ζωή του, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία.

Στὴ κρίσιμη στιγμὴ ἔξω ἀπὸ τὴν Ρώμη, πρὸ τῆς μάχης, ὁ Κωνσταντῖνος μὲ ἔκπληξη καὶ φόβο βλέπει στὸν οὐρανό, λαμπρὸ καὶ φωτεινὸ Σταυρὸ μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Ἐν τούτῳ νίκα».

Ὁ Κωνσταντῖνος νίκησε καὶ κυρίευσε τὴ Ρώμη. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ γενναῖος αὐτοκράτωρ πλησίασε περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὴν διδασκαλία του.

Ἡ ἐπίδραση τῆς ἀλήθειας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρξε γιὰ τὴν ζωή του ἐξαιρετικὰ εὐεργετικὴ καὶ φανερή.

Ἔτσι ἡ πρώτη του μεγάλη πράξη, ποὺ ἀπετέλεσε ἀληθινὸ σταθμὸ στὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἦταν τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313 μ.Χ.).

Οἱ ἀπάνθρωποι καὶ σκληροὶ διωγμοὶ κατὰ τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι κράτησαν τρεῖς ὁλόκληρους αἰῶνες, σταμάτησαν.

Οἱ χριστιανοὶ μποροῦσαν πλέον νὰ χαροῦν τὴν πλήρη ἐλευθερία. Οἱ φυλακισμένοι καὶ ἐξόριστοι ὁμολογητὲς τῆς πίστεως ἐλευθερώθηκαν.

Οἱ διῶκτες ὑποχρεώθηκαν νὰ ἐπιστρέψουν τὶς περιουσίες τὶς ὁποῖες ἥρπασαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς.

Καθιερώθηκε πλέον ἡ γενικὴ ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας. Μία δεύτερη μεγάλη πράξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι ἡ ἀπόφαση καὶ ἡ σύγκληση τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 35 μ.Χ., ἡ ὁποία καὶ κατεδίκασε τὴν φοβερὴ ἐκείνη αἴρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ.

Ἔπειτα ἄλλη πράξη του εἶναι ἡ νομοθεσία του. Μὲ αὐτὴν κατήργησε τὴν θεοποίηση τῶν ἡγεμόνων καὶ καθιέρωσε τὸν ἑορτασμὸ καὶ τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς σ᾿ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία. Κατήργησε τὶς μονομαχίες καὶ τὶς ἄλλες σκληρότατες καὶ ἀκόλαστες τελετὲς τῶν εἰδωλολατρῶν.

Ἐξέδωκε σειρὰ διαταγμάτων γιὰ νὰ ἐξυψώσει ἠθικῶς τὴν οἰκογένεια. Κατήργησε τὴν ἔκθεση καὶ πώληση τῶν νηπίων καὶ διεκήρυξε ὅτι ἡ δουλεία εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴν ἰσότητα τῶν ἀνθρώπων.

Ἀκόμη μετέφερε τὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὴν Ρώμη στὴ «νέα Ρώμη», τὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ ἐγκαινιάσθηκε ἐπίσημα τὴν 11η Μαΐου τοῦ ἔτους 330 μ.Χ., πρωτεύουσα ποὺ ἔμελε νὰ διαδραματίσει ἐπὶ χίλια ἔτη ἀξιολογώτατο ρόλο τοῦ ὅλου ἑλληνικοῦ καὶ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.

Ἔπειτα ἀπέδωσε τὴν πρέπουσα τιμὴ στοὺς μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ βιογράφος του Εὐσέβιος, ὅτι καλοῦσε συχνὰ στὰ ἀνάκτορα ἕναν κληρικὸ ὁμολογητὴ τῆς ἁγίας χριστιανικῆς πίστεως, τοῦ ὁποίου τὸν ἕναν ὀφθαλμὸ εἶχον βγάλει σὲ σκληρότητα οἱ διῶκτες του κατὰ τὸν τελευταῖο διωγμὸ καὶ ὁ Κωνσταντῖνος τὸν ἐνηγκαλίζετο καὶ τὸν ἀσπαζόταν.

Ἀλλὰ καὶ ὅπως πάλι γράφει ὁ ἴδιος ἱστορικὸς στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, «βλέποντας ὁ Μ. Κωνσταντῖνος τοὺς Ἐπισκόπους, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους, γηρασμένοι πιά, εἶχαν πάνω στὸ σῶμα τους τὰ σημάδια τῶν βασανιστηρίων ἀπὸ τοὺς διωγμούς, τοὺς φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ τὰ τραύματά τους, γιατὶ πίστευε πὼς ἔτσι ἐλάμβανε μεγάλη εὐλογία».

Ἐπιπροσθέτως, συνείργησε στὴν ἵδρυση φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, βοήθησε τὴν ὀργάνωση ἱεραποστολῶν καὶ ἀνέλαβε μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του, τὴν Ἁγία Ἑλένη, τὴν ἀνοικοδόμηση πολυάριθμων ἱερῶν ναῶν.

Εἰδικότερα, ἡ ἁγία Ἑλένη, ἀξιώθηκε ὕστερα ἀπὸ μεγάλες καὶ πολλὲς προσπάθειες ἀλλὰ καὶ θαυματουργικὲς θεῖες ἐπεμβάσεις, νὰ εὕρει τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ ἔχουμε καὶ ἐμεῖς σήμερα τὸ «πανσεβάσμιον ξύλον» καὶ ἱερὸν σύμβολον εἰς προσκύνησιν.

Εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικὸν ὅτι ἡ εἰκόνα τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, δείχνει τοὺς ἰσαποστόλους καὶ τοὺς δύο μαζὶ νὰ κρατοῦν τὸν Σταυρόν.

Αὐτός, τῷ ὄντι, ὁ Σταυρὸς ἦταν ἡ δύναμή τους καὶ Αὐτὸν εὐλαβοῦντο. Ὁ μὲν Μέγας Κωνσταντῖνος τὸν εἶδε, ἡ δὲ ἁγία Ἑλένη τὸν εὗρε.

Ἀλλὰ ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν ἐξυψώνει ἀκόμη περισσότερο εἶναι τὰ χριστιανικὰ καὶ ἅγια τέλη τῆς ζωῆς του.

Ὅταν αἰσθάνθηκε τὸ τέλος νὰ πλησιάζει προσῆλθε στὴν ἐξομολόγηση, ζήτησε συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του καὶ μὲ θερμὴ πίστη προχώρησε πρὸς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα.

Ἐκάλεσε, λοιπόν, τοὺς Ἐπισκόπους ἐκεῖ στὴ Νικομήδεια ὅπου βρισκόταν, τοὺς ἀνεκοίνωσε τὴν ἱερή του ἐπιθυμία νὰ προσέλθει στὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Ἀπὸ πολλὰ χρόνια διψοῦσα καὶ ποθοῦσα νὰ ἀξιωθῶ καὶ ἐγὼ τῆς σωτηρίας τὴν ὁποία δίδει ὁ Θεός. Ὁ καιρὸς ποὺ τόσο ἤλπιζα ἦλθε. Ὥρα εἶναι νὰ ἀπολαύσω καὶ ἐγὼ τὴν σφραγίδα τῆς ἀθανασίας, νὰ λάβω τὴν σφραγίδα τῆς σωτηρίας, τὸ ἅγιον βάπτισμα. Εἶχα τὸν πόθον νὰ βαπτισθῶ στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ὁ Σωτὴρ ἡμῶν ἐβαπτίσθη γιὰ νὰ προτυπώσει τὸ δικό μας βάπτισμα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ κανονίζει ὅλα πρὸς τὸ συμφέρον μας, μὲ ἀξιώνει ἐδῶ νὰ λάβω τὸ ἅγιον Βάπτισμα». 
Βαπτίσθηκε καὶ στὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς ζωῆς του δὲν φόρεσε πλέον τὴν αὐτοκρατορικὴ πορφύρα ἀλλὰ ἔφερε τὸν λευκότατο χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος.

Γεμᾶτος ἀγαλλίαση ἀκούσθηκε νὰ λέγει: «Νῦν ἀληθεῖ λόγῳ μακάριον οἶδ᾿ ἐμαυτόν, νῦν τῆς ἀθανάτου ζωῆς πεφᾶνθαι ἄξιον, νῦν θείου μετειληφέναι φωτὸς πεπίστευκα»!

Παρέδωκε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο στὶς 21 Μαΐου τοῦ ἔτους 337 μ.Χ., ἐνῶ ἡ σεβάσμια μητέρα του ἁγία Ἑλένη τὸ 328 μ.Χ.

Δικαίως τοὺς τιμοῦμε ὡς Ἰσαποστόλους καὶ πάνυ εὐλαβῶς πάντοτε ἑορτάζουμε τὴν μνήμη τους.

http://www.romfea.gr/pneumatika/21868-logos-stous-agious-isapostolous-konstantino-kai-eleni

Μέγας Κωνσταντίνος: Ο Μεγάλος της Εκκλησίας και της Ιστορίας


Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου | Θεολόγου - Καθηγητού

Στις 21 Μαΐου η Εκκλησία μας εορτάζει και πανηγυρίζει λαμπρά τη μνήμη των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Τόσο ο Μέγας Κων/νος, όσο και η αγία μητέρα του Ελένη ανήκουν στις μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας, διότι η συμβολή τους για την κατάπαυση των τριακοσίων χρόνων διωγμών κατά των Χριστιανών και την εδραίωση της Εκκλησίας υπήρξε καθοριστική.

Επίσης ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι μεγάλος μόνο για την Εκκλησία μας, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία, διότι ανήκει στους μεγάλους ηγέτες όλων των εποχών, έχοντας βάλλει τη δική του σφραγίδα στη ροή των ιστορικών πραγμάτων, και για τούτο δικαία του απονεμήθηκε ο τίτλος του μεγάλου.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν γιος του ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Ρωμαίου αξιωματούχου Κωνστάντιου Χλωρού, ο οποίος κατόπιν ανακηρύχτηκε Καίσαρας και Αύγουστος και ανέλαβε τη διοίκηση των δυτικών επαρχιών της απέραντης αυτοκρατορίας.

Η μητέρα του Ελένη, ελληνικής καταγωγής, από το Δρέπανο της Βηθυνίας της Μ. Ασίας, στολισμένη με εξαιρετικό κάλλος σώματος και ψυχής, ασπάστηκε νωρίς τον Χριστιανισμό, ο οποίος βρισκόταν ακόμη σε απηνή διωγμό από τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία και τους δεισιδαίμονες όχλους. Το 274 γέννησε τον Κωνσταντίνο στην πόλη Ναϊσό, σημερινή Νίσσα της Σερβίας.

Το 293 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κράτησε το νεαρό Κωνσταντίνο κοντά του στην Ανατολή, μαζί με τη διαζευγμένη, από τον Καίσαρα Κωνστάντιο, μητέρα του Ελένη, για ασφάλεια και υποταγή του δευτέρου στην εξουσία του, ως το 305. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στην αγία μητέρα του να τον αποσπάσει από την ειδωλολατρία και να τον γαλουχήσει στη νέα πίστη.

Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματός του, την ευγένεια της ψυχής του και τα εξαιρετικά του πνευματικά και φυσικά χαρίσματα.

Το 305 ανάλαβαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας, ο μεν Γαλέριος στην Ανατολή, ο δε Κωνστάντιος στη Δύση.

Το ίδιο χρόνο ο Κωνσταντίνος μετέβη στα Τρέβηρα της Γαλατίας, όπου συνάντησε τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος του ανέθεσε εκστρατεία στη Μ. Βρετανία.

Στις 7 Ιουλίου του 307 πέθανε ο Κωνστάντιος και ο στρατός ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα της Δύσης. Παντρεύτηκε τη Μινερβίνα και απέκτησε ένα γιο, τον Κρίσπο. 
Εγκαταστάθηκε στην πόλη Αρελάτη και άσκησε μια πρωτόγνωρη φιλολαϊκή εξουσία, και γι’ αυτό αγαπήθηκε από το λαό.

Το Σεπτέμβριο του 312 στράφηκε εναντίον του τυραννικού συναυτοκράτορά του της Δύσης Μαξεντίου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη, στις 28 Οκτωβρίου του 312, είδε το γνωστό και μεγαλειώδες όραμα του Τιμίου Σταυρού στον μεσημεριανό ουρανό και την επιγραφή: «Εν Τούτω Νίκα».

Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του το Χριστό με το σημείο του Σταυρού, παροτρύνοντάς τον να κατασκευάσει λάβαρο με το Σταυρό, προκειμένου να νικήσει τον ασεβή και τυραννικό Μαξέντιο. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και νίκησε τον αντίπαλό του και μπήκε θριαμβευτής και ελευθερωτής στη Ρώμη.

Η πρώτη του ενέργεια ήταν να σταματήσει τον συνεχιζόμενο φοβερό διωγμό των Χριστιανών με το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων», το οποίο υπέγραψε με τον συναυτοκράτορά του, Λικίνιο, το 313.

Αυτό ο μεγάλος άνδρας οραματίστηκε και συνέλαβε το ύψιστο αγαθό της θρησκευτικής ελευθερίας και όρισε για πρώτη φορά στην ιστορία την ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως.

Το 324 συγκρούεται με τον αυτοκράτορα της Ανατολής Λικίνιο, τον οποίο νικά και γίνεται μονοκράτορας σε όλη την αυτοκρατορία, αρχίζοντας το μεγαλειώδες 
μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό του έργο.

Έγινε προστάτης όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη, για το λόγο αυτό δεν έγινε ακόμη Χριστιανός και διατηρούσε τον τίτλο του pontifix maximus, δηλαδή του ύπατου αρχιερέα της αρχαίας θρησκείας.

Απελευθέρωσε όλους τους Χριστιανούς από τις φυλακές, που είχε κλείσει ο Λικίνιος και ανακάλεσε όσους βρισκόταν στην εξορία. Απέδωσε τους ναούς και την περιουσία στην Εκκλησία.

Έκαμε πράξη στο κράτος, με διατάγματα, την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Καθιέρωσε υποχρεωτικά τη υποχρεωτική δίκη στους παραβάτες.

Καθιέρωσε την Κυριακή αργία. Κατάργησε τη δουλεία.

Η αγία Ελένη αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο, ιδρύοντας ναούς και ενισχύοντας την Εκκλησία. Με δικά της έξοδα πήγε στην Ιερουσαλήμ και ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό.

Ο Μ. Κωνσταντίνος συνέβαλλε τα μέγιστα να ηρεμήσει η Εκκλησία από την αρειανική αίρεση, συγκαλώντας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325.

Εγκαινίασε έτσι έναν νέο τρόπο, απόλυτα δημοκρατικό, διακυβέρνησης της Εκκλησίας.

Ως πολιτικός άρχων ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε πρωτοπόρος.

Μετέφερε το 325 την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, κόβοντας έτσι κάθε δεσμό με το ειδωλολατρικό παρελθόν και βάζοντας τα θεμέλια για τη νέα χριστιανική αυτοκρατορία, η οποία θα ζήσει χίλια χρόνια.

Το 337 σε μια περιοδεία του στη Νικομήδεια αρρώστησε και συναισθάνθηκε το τέλος του.

Ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Δεν ξαναφόρεσε τα αυτοκρατορικά ενδύματα, αλλά φορούσε το λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος ως το θάνατό του, στις 21 Μαΐου του 337.

Η Εκκλησία μας του αναγνώρισε τις πολύτιμες υπηρεσίες του και γι’ αυτό τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο, μαζί με την αγία μητέρα του.

Το ίδιο και η ιστορία αναγνωρίζοντας τη μοναδική του προσφορά τον ανακήρυξε μέγα.

Πολλοί εμπαθείς και ανιστόρητοι επιχειρούν να σπιλώσουν την προσωπικότητά του, χαρακτηρίζοντας τον ως «θηριώδη δολοφόνο», επειδή αναγκάστηκε να εφαρμόσει το νόμο απέναντι στον γιό του Κρίσπο και τη σύζυγό του Φαύστα.

Ξεχνούν όμως ότι τότε ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμη ειδωλολάτρης, και ο οποίος για το θλιβερό αυτό συμβάν έκλαιγε και θρηνούσε σε όλη του την κατοπινή ζωή!

Ξεχνούν επίσης πως ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου δεν πρέπει εξαρτάται από μεμονωμένα συμβάντα, αλλά από τη συνολική αξιολόγηση της ζωής του και του έργου του!

http://www.romfea.gr/pneumatika/21867-megas-konstantinos-o-megalos-tis-ekklisias-kai-tis-istorias

Η πλαστελίνη της αγάπης


Όλοι κάποιον ψάχνουμε να μας καταλάβει, να μας νιώσει, να μας αγγίξει, να μας μιλήσει, να μας τραγουδήσει της αγάπης άσματα, να μας ψιθυρίσει νανουρίσματα, να μας κοιτάξει με γλυκύτητα, να μας πάρει στην αγκαλιά του σαν βρέφος αδύναμο, να μας ζεστάνει με το χαμόγελό του, να δακρύσει μαζί μας…

Όλοι κάποιον ψάχνουμε που ιδανικά θα χωράμε στην ζωή του. Μ’αυτό θέλει κόπο. 
Θέλει να γίνουμε πλαστελίνη, να πάρουμε το σχήμα της αγκαλιάς του άλλου για να χωρέσουμε μέσα της ιδανικά, σαν να φτιάχτηκε για εμάς.

Και θα’ναι τότε παράδεισος. Είναι τότε που καταλαβαίνεις ότι η αγάπη δεν είναι ν’αλλάξεις τον άλλον αλλά ν’αλλοιωθείς για τον άλλον τόσο όσο χρειάζεται για να γίνεται ένα. Και τότε όλα παίρνουν νόημα βαθύ. Και τότε όλα γίνονται εύκολα. Και τότε πλέον δεν ανησυχείς.

Η αγάπη πλαστελίνη κάνει τις καρδιές, τις μαλακώνει, τις αλλοιώνει, τις δίνει το σχήμα της συμπλήρωσης, της συγχώρεσης. Δεν χωρούν μικρότητες, ούτε μιζέρια, ούτε εγωισμοί.

«Μ’αγαπάς», ρώτησα μια φορά, κι ο ουρανός μου έδειξε τ’άστρα, ο αγέρας μου χάιδεψε το πρόσωπο, ο Θεός μου έδειξε το Σταυρό Του κι εσύ ένα φιλί μου άφησες στο μάγουλο σαν μια αιώνια πράξη αποδοχής.

π. Παύλος Παπαδόπουλος
πηγή: http://agios-dimitrios.blogspot.gr

Γιατί κάποιοι έχουν κακή και άλλοι καλή προαίρεση;


Προαίρεση θα πει, πρόθεση για κάτι. Θα πει, επιλέγω ελεύθερα, χωρίς καταναγκασμό, χωρίς καθοδήγηση, είναι αυτό που ο Ιερός Χρυσόστομος το ονομάζει «γνώμη».

Η γνώμη αναφέρει, «αιτία γίνεται πάντων των αγαθών». Είναι δε.. τόσο μεγάλη η αξία της, κατά τον ίδιο, ώστε «Μάρτυρα, ουχί θάνατος ποιεί μόνον, αλλά και πρόθεσις», δηλαδή αυτός που έχει αγαθή πρόθεση και η αγάπη του στον Θεό ξεπερνάει κάθε όριο ώστε και την ζωή του να δώσει για Αυτόν, τότε είναι μάρτυρας εκ προθέσεως.

Επίσης μας λέει «Πανταχού η προαίρεσις αιτία, πανταχού η γνώμη κυρία», (ΕΠΕ 31, 82).

Δηλαδή σε ότι κάνουμε έχουμε την διάθεση (προαίρεση) αλλά αυτό που τελικά θα επιλέξουμε (γνώμη=απόφαση) θα είναι αυτό που θα διαχωρίσει και το αν η προαίρεση μας είναι καλή ή κακή.

Η αγαθή προαίρεση είναι φωλιασμένη στην καρδιά μας και είναι καρπός ΚΑΙ του προσωπικού μας αγώνα, αφού: Παλεύοντας με τις αδυναμίες και τα πάθη μας, έχοντας ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον Θεό, συνεργεί και η Θεία Χάρη και η αγαθή προαίρεση αποκτά φυσικότητα. Μην ξεχνάμε ότι όλα τα καλά τα δίνει στον άνθρωπο η Θεία Χάρη. (π Πορφύριος)

Ο Μ. Βασίλειος μας λέει: “Θεώ τοίνυν ου το ηναγκασμένον φίλον, αλλά το εξ αρετής κατορθούμενον. Αρετή δε εκ προαιρέσεως και ουκ εξ ανάγκης γίνεται. Προαίρεσις δε των εφ’ ημίν ήρτηται, το δε εφ’ ημίν εστι το αυτεξούσιον”

Πολύ σημαντική αυτή η παρατήρηση, ότι ο Θεός δεν αγαπά ό,τι γίνεται αναγκαστικά. Επίσης, ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί ότι η λογική κτίση είναι προαιρετική και έμπρακτος, ενώ η άλογη κτίση είναι απροαίρετη και ακίνητη. (Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος)

Επίσης ο ίδιος λέει: «Ποιήσομεν ανθρωπον, Είπεν ό Θεός, κατ’ εικόνα και καθ’ όμοίωσιν. Το ένα, δηλαδή το κατ’ εικόνα, το ανάγουμε στην κτίση του Θεού, ενώ το άλλο, το καθ’ ομοίωσιν, να το επιτύχουμε με την καλή μας προαίρεση».

Ενώ ο Άγιος Δημήτριος του Ροστώβ λέγει:
«Με άφησε ο Θεός για ν’ αγωνισθώ να γίνω όμοιος μ’ Αυτόν.»

Έτσι λοιπόν, κατά την εικόνα είμαι λογικός, ενώ κατά την ομοιότητα είμαι χριστιανός.. Συνεπώς να γνωρίζουμε ότι το κατ’ εικόνα του Θεού είναι και στην ψυχή του απίστου ανθρώπου, ενώ το καθ’ ομοίωσιν είναι δυνατόν μόνον στους ενάρετους χριστιανούς. (γ.Ηλίε Κλεόπα)

Ο Άγιος Αντώνιος μας λέει: Η λογική ψυχή, μένοντας αμετακίνητη στην καλή προαίρεση (διάθεση), χαλιναγωγεί σαν τ’ αλόγα το θυμικό και το επιθυμητικό και νικώντας τα ακαταλόγιστα πάθη της, τα περισφίγγει και καταβάλλοντος τα στεφανώνεται και αξιώνεται να έχει κατοικία στους ουρανούς. Αυτό είναι έπαθλο νίκης και των κόπων, που λαμβάνει από τον Θεό που την έκτισε.

Η κακία είναι πάθος της ύλης (υλικό). Ο Θεός δεν είναι αίτιος της κακίας, άλλα τη γνώση και την επιστήμη και την ικανότητα να διακρίνουν το αγαθό και το κακό, καθώς και το αυτεξούσιον, τα έδωσε με το παραπάνω στους ανθρώπους. Εκείνη που γεννά τα πάθη της κακίας, είναι η αμέλεια και η οκνηρία των ανθρώπων. Γιατί ο Θεός είναι καθ’ ολοκληρίαν αναίτιος.

Εξ άλλου οι δαίμονες έγιναν πονηροί με δική τους προαίρεση γνώμης (εκλογή), όπως ακριβώς και οι περισσότεροι των ανθρώπων.

Ο Όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας λέει ότι η προαίρεση ανήκει στις ζωτικές δυνάμεις της ψυχής:

(Από το «έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως» σε απόδοση του Αρχιμανδρίτη Δωρόθεου Πάπαρη τα παρακάτω αποσπάσματα)

Ζωτικές δυνάμεις της ψυχής, δηλαδή επιθυμητικές, είναι η βούληση και η προαίρεση.

Η βούληση είναι κάποια φυσική θέληση, δηλαδή φυσική και λογική επιθυμία κάποιου πράγματος. Υπάρχει, δηλαδή, μέσα στην ψυχή του ανθρώπου δύναμη της λογικής επιθυμίας. Όταν, λοιπόν, η λογική επιθυμία κινηθεί φυσικά προς κάποιο πράγμα, λέγεται βούληση·

Έπειτα, μετά από τη βούληση, ακολουθεί η έρευνα και η εξέταση. Και μετά απ’ αυτά, αν εξαρτάται από μας, ακολουθεί βουλή, δηλαδή απόφαση. Και «βουλή» είναι επιθυμία για να ερευνήσουμε αυτά που πρέπει να πράξουμε. Σκέφτεται, δηλαδή, κάποιος, αν πρέπει ν’ ασχοληθεί με την υπόθεση ή όχι.

Έπειτα σκέφτεται το καλύτερο, και αυτό λέγεται διάκριση. Στη συνέχεια, αποδέχεται και αγαπά αυτό που έκρινε με τη σκέψη του, και αυτό ονομάζεται συγκατάθεση.

Έπειτα, μετά την αποδοχή, έρχεται η προαίρεση, δηλαδή η επιλογή· προαίρεση δηλαδή είναι η εκλογή του ενός μεταξύ δύο πραγμάτων, να προτιμήσουμε αυτό αντί για το άλλο.

Κατόπιν, σπεύδει να το κάνει πράξη, και αυτό ονομάζεται ορμή. Έπειτα, εκπληρώνει την επιθυμία, και αυτό λέγεται χρήση. Τέλος, μετά τη χρήση, η επιθυμία σταματά.

(Ο άνθρωπος), λοιπόν, ελεύθερα επιθυμεί, ελεύθερα θέλει, ελεύθερα ερευνά και εξετάζει, ελεύθερα σκέφτεται, ελεύθερα διακρίνει, ελεύθερα παίρνει θέση απέναντι στα πράγματα, ελεύθερα εκλέγει, ελεύθερα σπεύδει (για εκπλήρωση των επιθυμιών) και ελεύθερα ενεργεί σ’ αυτά που είναι σύμφωνα με τη φύση του.

Το περιβάλλον που μεγαλώνουμε και ζούμε σαφώς παίζει πολύ μεγάλο ρόλο Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, δίνουν τεράστια σημασία στην χριστιανική διαπαιδαγώγηση των παιδιών από τους γονείς κυρίως με το παράδειγμα τους και με την προσευχή τους.

Παιδί που μικρό μπήκε κάτω από πετραχήλι έστω και μια φορά, είναι ευεργετημένο παρά μα πάρα πολύ. Όπως και να γυρίσουν τα πράγματα στην ζωή του όσο κι αν απομακρυνθεί από το θείο θέλημα η επιστροφή του είναι πολύ πιο εύκολη.

Πηγή: Ορθόδοξες Απαντήσεις

Ο Θεός φροντίζει για ΟΛΟΥΣ μας. Ας αφήσουμε τη ζωή μας στα χέρια Του!


Ο υπέροχος και γλυκύτατος Χριστός μας, μας αγαπάει απέραντα, μοναδικά, ουσιαστικά και ξεχωριστά. Μεριμνάει για εμάς, μας συμπονεί, κλαίει με τις λύπες μας και χαίρεται με τη χαρά μας. Είναι Αληθινός Πατέρας, φίλος, συγγενής, αδερφός, τα πάντα για όλους και τον καθένα ξεχωριστά.

Ζούμε σε εποχές τρομερά δύσκολες. Όλοι λίγο – πολύ δυσκολευόμαστε αφάνταστα, πρώτα ψυχολογικά και έπειτα οικονομικά. Η κατάθλιψη και το άγχος κυριαρχούν, η φτώχεια καταλαμβάνει όλο και περισσότερες οικογένειες, οι δυσκολίες φαντάζουν απίστευτα δυσεπίλυτες. Άραγε υπάρχει Ελπίδα;

Δεν θα θελήσω να απαντήσω με θεολογικά λόγια, αλλά μόνο παραθέτοντας ένα γεγονός, που συνέβη σε έναν πολύ καλό μου φίλο, αυτές τις ημέρες, το οποίο έχει πολλά να μας διδάξει.

Ο συγκεκριμένος φίλος μου λοιπόν, έχει οικογένεια, ζούνε εν Χριστώ και παρ’ όλες τις δυσκολίες, πορεύονται με πίστη στην ζωή τους. Ένας λογαριασμός της Δ.Ε.Η., ήρθε να δοκιμάσει την πίστη τους. Τα χρήματα πολλά, βεβαίως δεν τα είχαν και ξεκίνησαν αμέσως την προσευχή. Η αγωνία όμως, φώλιαζε σε κάποιο μέρος της ψυχής τους. Οι μέρες περνούσαν, φως πουθενά, η προσευχή όμως ασταμάτητη. Φτάσαμε στις προπαραμονές πληρωμής του λογαρισμού και ο φίλος μου, ενώ ανησυχούσε, κάτι μέσα του, του έλεγε ότι έχει ο Θεός. Πράγματι, είχε ο Θεός, εκείνη την ημέρα του έρχεται ένα ειδοποιητήριο από το ταχυδρομείο για να πάει να παραλάβει έναν φάκελο, προερχόμενο από την οικογένεια του Αειμνήστου Αγίου Πνευματικού τους. Αμέσως έτρεξε, παρέλαβε τον φάκελο, τον άνοιξε και βρήκε μέσα εικονάκια του Αειμνήστου Πατερούλη του, μαζί με έναν φάκελο, ο οποίος περιείχε μέσα όλο το χρηματικό ποσό! Δόξα τω Θεώ! Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών!

Δεν νομίζω ότι αξίζει να πούμε τίποτα άλλο αδέρφια. Μόνο ένα: Πίστη, Πίστη και πάλι Πίστη!

Με ειλικρινή αγάπη
Ένας νέος, τέκνο του Αγίου Δημητρίου
πηγή: ixthis3.blogspot.gr

«Παναγία μου, αξίωσε με, εμένα την αμαρτωλή να σπουδάσω το μοναχογιό μου»


Ζούσε, κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της, απ’ τον καημό της, αποφάσισε να το σπουδάσει.

Πήγε, λοιπόν, κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε: «Παναγία μου, αξίωσε με, εμένα την αμαρτωλή να σπουδάσω το μοναχογιό μου».

Έτσι, με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα να σπουδάσει το γιό της γιατρό.

Κάποια μέρα, με το διπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτείτη μάνα του, που είχε πιά

Ο γιατρός όμως της αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.

Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο.

Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιός της, ο γιατρός, τη ρώτησε:

«Ε μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας,εσύ, αγράμματη γυναίκα;»

Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει:

«Γιέ μου, το πρωί δεν με άκουσες να ρθείς μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πας στο ποτάμι να μου φέρεις νερό.

«Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα;

Τόσο τα ’χεις χαμένα»; λέει εκείνος.

«Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, του απαντάει εκείνη, κι ο,τι θέλει ας γίνει».

Παραξενεμένος ο γιατρός πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσατο καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο.

«Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το ’δωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα;», λέει ο γιατρός.

«Ευχαριστώ, γιέ μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι όπως σου το ’δωσα»; Απαντάει η μάνα.

«Ε ναί, μόνο που είναι βρεγμένο».

«Βλέπεις λοιπόν, γιέ μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το ’δωσα;

Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το ’φερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη απ’τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη Της να σε σπουδάσω.

Τότε κατάλαβε ο γιατρός ότι ο Θεός «εμώρανε την σοφίαν του κόσμου τούτου… και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο…»κι έβαλε μετάνοια στη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία.

Πηγή: Περιοδικό«Παρά την Λίμνην»
http://oliiorthodoxia.blogspot.gr